Η κατάρρευση του FCAS: Μια «δήθεν» Ενωμένη Ευρώπη που πληρώνει το τίμημα των εθνικών εγωισμών

Δημήτριος Καρκαμάνης 12 Ιουν 2026

Η είδηση της εγκατάλειψης του κοινού γαλλο-γερμανικού προγράμματος μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς FCAS δεν είναι απλά μια ακόμη αποτυχημένη βιομηχανική συνεργασία. Είναι, για όσους πιστεύουμε ειλικρινά στην ιδέα μιας Ενωμένης Ευρώπης, μια οδυνηρή υπενθύμιση της απόστασης ανάμεσα στο ευρωπαϊκό ιδεώδες και την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Ο Καγκελάριος Merz και ο Πρόεδρος Macron αναγκάστηκαν να παραδεχτούν αυτό που ήταν ήδη ορατό εδώ και μήνες: ότι η Airbus και η Dassault δεν μπόρεσαν, ή δεν θέλησαν, να βρουν κοινό έδαφος σε ένα πρόγραμμα αξίας 100 δισεκατομμυρίων ευρώ, την ίδια στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο σοβαρή απειλή ασφαλείας από τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου. Η "λύση διάσωσης αξιοπρέπειας" που αναζητείται, διατήρηση του ονόματος FCAS για τα περιφερειακά συστήματα, ενώ ο πυρήνας του μαχητικού εγκαταλείπεται, είναι το είδος του συμβολικού συμβιβασμού που δεν εξαπατά κανέναν, παρά μόνο ίσως όσους τον υπογράφουν.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα που με απασχόλησε έντονα τις τελευταίες μέρες, μετά από μια ζωντανή συζήτηση με έναν αγαπητό φίλο, ακαδημαϊκό και ένθερμο ευρωπαϊστή. Είναι δίκαιο να μιλάμε για "δήθεν" Ενωμένη Ευρώπη όταν συμβαίνουν τέτοια περιστατικά; 

Ο φίλος μου είχε δίκιο σε ένα σημείο κρίσιμο: η λέξη "δήθεν" μπορεί εύκολα να γίνει όπλο στα χέρια εκείνων που αποστρέφονται εξαρχής την ευρωπαϊκή ιδέα και αναζητούν κάθε αφορμή για να την υπονομεύσουν συνολικά. Σε μια εποχή όπου η Δύση, και η Ευρώπη μαζί της, δοκιμάζεται όσο ποτέ, η ΕΕ παραμένει, παρά τις ατέλειές της, το μοναδικό ειρηνικό εγχείρημα ολοκλήρωσης τέτοιας κλίμακας στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Όμως η αγάπη για μια ιδέα δεν σημαίνει σιωπή μπροστά στις αποτυχίες της εφαρμογής της. Το FCAS δεν κατέρρευσε εξαιτίας εξωτερικών εχθρών της Ευρώπης. Κατέρρευσε επειδή δύο από τα ιδρυτικά κράτη-μέλη, που θεωρητικά αποτελούν τον "πυρήνα" της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν μπόρεσαν να υπερβούν τις βιομηχανικές τους αντιζηλίες προς όφελος ενός κοινού στρατηγικού στόχου. Αυτό δεν είναι "μερική επιτυχία". Είναι μια ηχηρή απόδειξη ότι, όταν τα εθνικά βιομηχανικά και πολιτικά συμφέροντα συγκρούονται με το ευρωπαϊκό συμφέρον, τα πρώτα συχνά υπερισχύουν, ακόμη και ανάμεσα στα δύο κράτη που συνήθως παρουσιάζονται ως η "ατμομηχανή" της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε σε εθνικιστικές γενικεύσεις ή σε στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς λαών για να αναγνωρίσουμε αυτή την πραγματικότητα. Το πρόβλημα δεν είναι "γαλλικό" ή "γερμανικό", είναι διαρθρωτικό. Είναι το πρόβλημα μιας Ένωσης που, 70 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης, εξακολουθεί να στερείται των εργαλείων εκείνων που θα επέτρεπαν σε ένα στρατηγικό πρόγραμμα άμυνας να υπερβαίνει τις εθνικές βιομηχανικές ατζέντες. Όσο η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία οργανώνεται γύρω από εθνικούς πρωταθλητές που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για το ίδιο συμβόλαιο, αντί να συνεργάζονται γύρω από μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, τέτοιες αποτυχίες θα επαναλαμβάνονται.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να ασκούμε κριτική στην Ευρώπη όταν αποτυγχάνει. Το ερώτημα είναι πώς ασκούμε αυτή την κριτική. Η κριτική που γίνεται από αγάπη για την ιδέα, που στοχεύει στη βελτίωση και όχι στην απόρριψη, είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά αναγκαία. Όσοι πραγματικά θέλουμε μια Ενωμένη Ευρώπη ικανή να υπερασπιστεί τον εαυτό της, τις αξίες της και τους πολίτες της, οφείλουμε να είμαστε οι πρώτοι που θα επισημάνουμε πότε η Ένωση δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε, ακριβώς επειδή γνωρίζουμε τι διακυβεύεται σ' ότι αφορά την Ευρωπαϊκή Αμυντική Ολοκλήρωση με την εγκατάλειψη του κοινού γαλλο-γερμανικού προγράμματος μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς FCAS. Αλλά είναι ένα ισχυρό μήνυμα προς όλους όσους πιστεύουμε σε αυτήν: η ευρωπαϊκή ιδέα δεν θα προχωρήσει μόνη της, με τη δύναμη της αφήγησης. Θα προχωρήσει μόνο όταν τα κράτη-μέλη, αρχίζοντας από τα μεγαλύτερα και πιο ισχυρά, αποδείξουν με πράξεις, και όχι με συμβολικές ονομασίες, ότι το ευρωπαϊκό συμφέρον υπερισχύει του εθνικού. Μέχρι τότε, το "δήθεν" δεν θα είναι κατηγορία εναντίον της ιδέας, αλλά καθρέφτης μιας πραγματικότητας που οφείλουμε να αλλάξουμε.