Στην εφ΄όλης της ύλης συνέντευξή του στην εκπομπή «Ενώπιος Ενωπίω» του τηλεοπτικού σταθμού ΑΝΤ1, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε στην κριτική που δέχεται από τους πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή για τα ελληνοτουρκικά.
«Ξέρετε κάποιον πρωθυπουργό ο οποίος να επιδιώκει συνειδητά ταραγμένα νερά. Εγώ δεν τον γνωρίζω και αν το επεδίωκε θα έκανε λάθος. Προφανώς και επιζητούμε οι σχέσεις μας με την Τουρκία να είναι όσο το δυνατόν πιο λειτουργικές. Το ερώτημα δεν είναι αν θέλουμε ή δεν θέλουμε ήρεμα νερά, είναι αν είμαστε έτοιμοι να διαχειριστούμε και φουρτούνες. Θα σας έλεγα ότι ο καλός καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται και είχαμε αρκετές φουρτούνες να διαχειριστούμε πριν από τη Διακήρυξη των Αθηνών».
Θέλησε να υπενθυμίσει, όπως είπε, τις συνολικές ενέργειες της Ελλάδας και της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια.
Για τις αιτιάσεις των δύο πρώην πρωθυπουργών, είπε ότι και οι δύο έχουν διαχειριστεί την Τουρκία και γνωρίζουμε τη συνθετότητα αυτής της σχέσης. Είπε ότι και οι δύο είχαν συναντηθεί με τον κ. Ερντογάν και επεδίωκαν και εκείνοι να έχουμε μία λειτουργική σχέση με την Τουρκία. «Η Ελλάδα όταν έπρεπε να πράξει το καθήκον της στο ζήτημα του SAFE, το έπραξε και η Τουρκία δεν μπήκε» παρόλο που πολλοί προέβλεπαν ότι η χώρα μας δεν θα κατάφερνε να την εμποδίσει να έχει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
«Είμαι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός ο οποίος πήγε στην Άγκυρα και έθεσε ευθέως - με ευγένεια αλλά και χωρίς να υποχωρώ από τις ελληνικές θέσεις - το ζήτημα του casus belli».
«Θεωρώ ότι η κριτική τους στο συγκεκριμένο θέμα είναι άδικη», είπε ερωτηθείς για την κριτική που δέχεται από τους δύο πρώην πρωθυπουργούς.
Εκλογές την άνοιξη του 2027 και όχι νωρίτερα - Οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξαντλούν τον εκλογικό τους κύκλο
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφερόμενος στην υπόθεση των Τεμπών, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν προστάτευσε τον Κώστα Καραμανλή, επισημαίνοντας ότι για πρώτη φορά κυβερνητική πλειοψηφία παρέπεμψε υπουργό της στο Δικαστικό Συμβούλιο. Τόνισε ότι η υπόθεση βρίσκεται πλέον στη Δικαιοσύνη, με δεκάδες κατηγορούμενους, και ότι μόνο τα δικαστήρια μπορούν να αποδώσουν ευθύνες.
Εστίασε ιδιαίτερα στα γεγονότα μετά το δυστύχημα, κάνοντας λόγο για έναν «μεγάλο αστικό μύθο» γύρω από το ξυλόλιο και για μια οργανωμένη προσπάθεια συκοφάντησης της κυβέρνησης και του ίδιου προσωπικά μέσω κατηγοριών περί συγκάλυψης. Χαρακτήρισε τις κατηγορίες για «μπάζωμα» ως τη μεγαλύτερη αθλιότητα που έχει ακούσει στην πολιτική του πορεία, ενώ για τις καθυστερήσεις της σύμβασης 717 υποστήριξε ότι η ύπαρξη διοικητικών καθυστερήσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ποινικές ευθύνες. Ως παράδειγμα ανέφερε την Πατρών-Πύργου, υποστηρίζοντας ότι η καθυστέρηση έργων δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε ποινική δίωξη υπουργών.
Για την υπόθεση των υποκλοπών και του Predator επανέλαβε ότι έχει ήδη αναγνωρίσει δυσλειτουργίες, ότι υπήρξαν αλλαγές στην ΕΥΠ και αποχωρήσεις προσώπων από θέσεις ευθύνης, ενώ σημείωσε ότι η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη και δεν επιθυμεί να σχολιάσει περαιτέρω. Παράλληλα υπογράμμισε τον σημαντικό ρόλο που, κατά την άποψή του, έχει διαδραματίσει η ΕΥΠ στη διαχείριση κρίσιμων ζητημάτων εθνικής ασφάλειας.
Σχετικά με τον χρόνο των εκλογών, δήλωσε κατηγορηματικά ότι θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027 και όχι νωρίτερα. Εξήγησε ότι η χώρα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιουλίου 2027 και συνεπώς οι εκλογές πρέπει να έχουν προηγηθεί. Υποστήριξε ότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξαντλούν τον εκλογικό τους κύκλο και εξέφρασε προβληματισμό για το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης, αναφέροντας ως παράδειγμα τη στάση των κομμάτων στη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης.
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα μέσω νέου πολιτικού φορέα, απέφυγε να τοποθετηθεί επί προσώπων, σημειώνοντας ότι αυτό δεν είναι ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει. Ωστόσο, άσκησε έντονη κριτική στη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενος σε αστοχίες, αλαζονεία και εξαπάτηση των πολιτών. Απέρριψε επίσης τους χαρακτηρισμούς συνεργατών του κ. Τσίπρα περί «πιο έντιμου πρωθυπουργού της μεταπολίτευσης», επικαλούμενος μεταξύ άλλων ζητήματα όπως η κατάτμηση του έργου Πατρών-Πύργου και αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα λίγο πριν τις εκλογές του 2019.
Για το νέο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού αναγνώρισε ότι διαθέτει σημαντικό κοινωνικό και συναισθηματικό κεφάλαιο λόγω της προσωπικής της διαδρομής, όμως εξέφρασε αμφιβολίες κατά πόσο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε πολιτική επιρροή. Υποστήριξε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει πειστεί πως διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις για να σταθεί ως πολιτική αρχηγός, τονίζοντας ότι η τελική κρίση ανήκει στους πολίτες.
Αναφερόμενος στον Αντώνη Σαμαρά, δήλωσε ότι δεν θεωρεί πως ήταν λάθος η διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία, ιδιαίτερα μετά από προσωπικές επιθέσεις που, όπως είπε, δέχθηκε. Παράλληλα αναγνώρισε ότι ο κ. Σαμαράς υπήρξε καλός πρωθυπουργός και εξέφρασε την πεποίθηση ότι δεν θα προχωρήσει σε κινήσεις που θα βλάψουν την παράταξη. Υπογράμμισε όμως ότι οι διαφορές τους στην εξωτερική πολιτική είναι ουσιαστικές και δύσκολα γεφυρώσιμες.
Για τον Κώστα Καραμανλή ανέφερε ότι αντιμετωπίζει με σεβασμό όλους τους πρώην αρχηγούς της Νέας Δημοκρατίας, ανεξάρτητα από επιμέρους διαφωνίες, και ότι η στάση του απέναντί τους παραμένει θεσμική και αξιοπρεπής.
Στο ζήτημα των επόμενων εκλογών επανέλαβε ότι στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι η αυτοδυναμία και ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση χωρίς πολύπλοκες διαπραγματεύσεις συνεργασίας. Υποστήριξε ότι, με βάση τις σημερινές τοποθετήσεις των κομμάτων, δεν διαφαίνεται δυνατότητα συνεργασιών, καθώς όλοι έχουν αποκλείσει τη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία. Απέκλεισε επίσης συνεργασίες με κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της ΝΔ. Τόνισε ότι σέβεται τη λαϊκή ετυμηγορία, αλλά προειδοποίησε πως η έλλειψη διάθεσης συνεννόησης από τα άλλα κόμματα καθιστά δύσκολη τη συγκρότηση κυβερνήσεων συνεργασίας.
Απαντώντας σε σενάρια που θέλουν τη Νέα Δημοκρατία να συμμετέχει σε κυβέρνηση συνεργασίας χωρίς τον ίδιο πρωθυπουργό, τα απέρριψε κατηγορηματικά. Υποστήριξε ότι οι πολίτες επιλέγουν όχι μόνο κόμμα αλλά και πρωθυπουργό και ότι σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα η ηγεσία του πρώτου κόμματος συνδέεται άμεσα με τη διακυβέρνηση της χώρας.
Για τις πρόσφατες αποκαλύψεις στις πολεοδομίες αναγνώρισε ότι πρόκειται για χρόνιες παθογένειες του κράτους, υποστηρίζοντας όμως ότι η κυβέρνηση έχει ήδη δρομολογήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως η μεταφορά των πολεοδομιών στο Κτηματολόγιο. Απέρριψε τον χαρακτηρισμό περί «γαλάζιων σκανδάλων», λέγοντας ότι η διαφθορά δεν έχει κομματικό χρώμα και ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι εκείνη που αποκαλύπτει και αντιμετωπίζει τέτοια φαινόμενα. Παραδέχθηκε ότι θα ήθελε ορισμένες αλλαγές να έχουν προχωρήσει ταχύτερα, αλλά υποστήριξε ότι έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος στη λειτουργία του κράτους.
Αναφερόμενος στους νέους, παραδέχθηκε ότι αντιμετωπίζουν έναν πιο αβέβαιο κόσμο σε σχέση με προηγούμενες γενιές, λόγω πολέμων, γεωπολιτικών ανακατατάξεων, τεχνητής νοημοσύνης και κλιματικής κρίσης. Υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει δώσει έμφαση στη δημιουργία θέσεων εργασίας, στη φορολογική ελάφρυνση των νέων και στις πολιτικές για τη στέγαση, ενώ αναγνώρισε ότι η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα.
Για την πολιτική τοξικότητα εξέφρασε την ανησυχία του για την ένταση των προσωπικών επιθέσεων και τη χρήση χαρακτηρισμών όπως «κλέφτες», «ψεύτες» και «δολοφόνοι». Δήλωσε ότι επιδιώκει να επικεντρώνει τον δημόσιο διάλογο στο κυβερνητικό έργο και στις προγραμματικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης, αν και αμφιβάλλει αν αυτό θα συμβεί συνολικά στο πολιτικό σύστημα.