Μεγάλη ταραχή έπιασε τον πρωθυπουργό με τις προτάσεις για δωρεάν μαζικές συγκοινωνίες. Με το γνωστό υπεροπτικό του ύφος χαρακτήρισε τους εκπροσώπους της αντιπολίτευσης «τζάμπα ένα» και «τζάμπα δύο». Από κοντά, μια νεοφιλελεύθερη κοινοτυπία: «There is no such thing as a free lunch».
Αλλά τα κιτάπια του πρωθυπουργού είναι λάθος.
Στις ελληνικές μεγαλουπόλεις, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες εγκλωβίζονται καθημερινά στην ακινησία. Πόσο κοστίζει αυτό; Αν υπολογίσουμε τις χαμένες εργατοώρες, αλλά και τα καύσιμα και τις δυσάρεστες παρενέργειες (ατυχήματα κ.λπ) ο λογαριασμός φτάνει σε κάμποσα δισεκατομμύρια. Για τον κ. Μητσοτάκη όμως -και τους επίσημους λογαριασμούς- αυτό είναι τζάμπα, μόνο και μόνο γιατί είναι ένας φόρος που τον πληρώνει ο καθένας μόνος του.
Με ένα κλάσμα του κοινωνικού κόστους του μποτιλιαρίσματος σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη θα αποκτούσαμε πολλαπλάσια λεωφορεία και πιο γρήγορες, άνετες και φτηνές μετακινήσεις. Η επιστήμη και η στοιχειώδης νοικοκυροσύνη επιτάσσουν τη στροφή στα δημόσια μέσα μαζικής μεταφοράς. Τα δωρεάν δρομολόγια ανήκουν οπωσδήποτε στο ρεπερτόριο αυτής της πολιτικής. Προσφέρουν, μεταξύ άλλων, στοιχειώδη κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό ακριβώς όμως είναι που βγάζει εκτός εαυτού τον πρωθυπουργό. Στο κεφάλι του, ο μόνος φόρος που έχει νόημα είναι ο κεφαλικός. Κάθε προοδευτική φορολογία είναι περιττή σπατάλη.
Όπως μας λένε οι αριθμοί, εδώ και σαράντα χρόνια, ο νεοφιλελευθερισμός έχει βαλτώσει τις μεσαίες τάξεις στη Δύση και βυθίζει τα λαϊκά στρώματα στον κοινωνικό αποκλεισμό. Το κάνει κυρίως με τα «κρυφά κόστη», που η απουσία του κράτους (πάει να πει η απουσία έμπρακτης έγνοιας για το μέλλον) μεταφέρει συστηματικά στους πολίτες. Η απουσία κοινωνικής στέγης, ο κερδοσκοπικός προσανατολισμός της αγοράς ενέργειας, η απόσυρση του κράτους από την υγεία και την παιδεία, ο δογματικός πουριτανισμός για «ελεύθερη» λειτουργία της αγοράς στη διατροφή και στην ύδρευση, η κλιματική αμεριμνησία κ.λπ. προκαλούν πελώριες σπατάλες και τινάζουν στον αέρα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Για τον κ. Μητσοτάκη και τους ομοίους του όμως, είναι «τζάμπα» που βάζουμε το χέρι ολοένα και πιο βαθιά για στέγη, για ιατρούς, για ποιοτική διατροφή, για θέρμανση και ψύξη, για το νερό κ.λπ.
Η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να συγκριθεί μόνο με εκείνη του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τη δεκαετία του 1980, οι επίγονοι το Χάγιεκ μας υπόσχονταν ειρήνη (χάρη στην παγκοσμιοποίηση), ευημερία (χάρη στην απελευθέρωση από τα κρατικά δεσμά) και ελευθερία (καθώς το δυναστικό κράτος θα μας απάλλασσε από την παρουσία του). Σαν τους απογοητευμένους προλετάριους στα κομμουνιστικά κράτη, ανακαλύπτουμε στο πετσί μας πως οι επικυρίαρχοι μάς προσφέρουν τα ανάποδα από την προπαγάνδα τους. Ο πόλεμος, η εκπτώχευση και ο αυταρχισμός είναι η νέα μας κανονικότητα.
Είναι αλήθεια πως κάθε κρατικός οργανισμός τείνει να διογκώνει μια αυτοαναφορική γραφειοκρατία. Τι να πει όμως κανείς για την αισχροκέρδεια της ιδιωτικής οικονομίας, που επιτρέπει σε ολοένα και λιγότερους υπερπλούσιους να απορροφούν από την κοινωνία πελώριους και πολύτιμους πόρους και να τους μετατρέπουν σε επικίνδυνες φούσκες και νεοφασιστικού τύπου πολιτική εξουσία; Έχουμε φτάσει προ πολλού στο σημείο όπου η πρόσβαση στα συλλογικά αγαθά (στη στέγαση, στην ύδρευση, στη διατροφή, στην ενέργεια, στην ασφάλεια, στις μετακινήσεις, στην υγεία, στην παιδεία και στον πολιτισμό) είναι πια δημοκρατικό δικαίωμα -και όχι εμπόρευμα στην οικονομία της αγοράς.
Μετά από σαράντα χρόνια νεοφιλελεύθερου εξτρεμισμού και παλαβομάρας, ήρθε η ώρα να αγωνιστούμε για ισορροπία και μετριοπάθεια. Ας θυμηθούμε πως, εδώ και διακόσια πενήντα χρόνια, το κράτος αποδείχθηκε το μόνο εργαλείο που πρόσφερε στους πιο φτωχούς μαζική πρόσβαση σε συλλογικά αγαθά, μειωμένες ανισότητες και δημοκρατική ζωή. Από αυτή την άποψη, τα δωρεάν λεωφορεία είναι ένα πολύ καλό πρώτο βήμα.