Η αριθμητική της κυβέρνησης και η γεωμετρία της ανισότητας

Μάχη Γεωργακοπούλου 16 Ιουν 2026

Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας την παρακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, έγραφε ότι στις περιόδους βαθιάς πολιτικής κρίσης “μετέβαλαν ακόμη και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων για να δικαιολογούν τις πράξεις τους”.

Αν ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να μεταβάλει το νόημα των λέξεων για να δικαιολογήσει τις αποτρόπαιες πολιτικές επιλογές της διακυβέρνησής του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να επιχειρεί κάτι εξίσου επικίνδυνο όπου μεταβάλλει το νόημα των αριθμών, ώστε να εμφανίσει ως αναπόδραστη μια οικονομική πολιτική που διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και αναπαράγει τις ασυμμετρίες ισχύος.

Η οικονομική επιστήμη, όμως, δεν είναι απλά λογιστική της εξουσίας αλλά η επιστήμη της αιτιότητας, της θεσμικής συνέπειας και της κοινωνικής ευημερίας. Και γι’ αυτό ακριβώς, οι αριθμοί οφείλουν να ερμηνεύονται μέσα στο ιστορικό και μακροοικονομικό τους πλαίσιο παρά να αποσπώνται από αυτό.

Η οικονομική πολιτική δεν είναι η τέχνη της επιλεκτικής χρήσης αριθμών για να επιβεβαιώνονται προειλημμένες αποφάσεις, χωρίς να αξιολογούνται εναλλακτικές πολιτικές με επιστημονική μεθοδολογία ή να σταθμίζονται τα οφέλη και τα κόστη τους και να παρουσιάζονται στους πολίτες με διαφάνεια.

Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο 13ος μισθός και η 13η σύνταξη δεν είναι δημοσιονομικά βιώσιμα, οφείλει να το αποδείξει με ολοκληρωμένα μακροοικονομικά σενάρια και όχι με απλουστευτικές συγκρίσεις φορολογικών συντελεστών διαφορετικών περιόδων.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η μείωση της φορολογίας επιχειρήσεων και μερισμάτων υπήρξε η βασική αιτία της αύξησης των φορολογικών εσόδων από το 2019 έως σήμερα. Η θέση αυτή, όσο ελκυστική κι αν ακούγεται επικοινωνιακά, πάσχει θεωρητικά. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη γνωρίζει ότι η συσχέτιση δεν συνεπάγεται αιτιότητα. Μεσολάβησαν η μεταπανδημική ανάκαμψη, ο πληθωρισμός, η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, η ψηφιοποίηση των συναλλαγών αλλά και η εκτίναξη της εταιρικής κερδοφορίας σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας. Η απόδοση ολόκληρης αυτής της δυναμικής σε έναν και μόνο παράγοντα συνιστά ιδεολογική αναγωγή παρά επιστημονική οικονομική ανάλυση.

Πράγματι, η θεωρία της προσφοράς, η οποία αναπτύχθηκε από τον Arthur Laffer και κυριάρχησε τη δεκαετία του 1980, υποστήριξε ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών μπορεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις να αυξήσει τα δημόσια έσοδα.

Ωστόσο, τέσσερις δεκαετίες εμπειρικής έρευνας κατέδειξαν ότι η σχέση αυτή δεν είναι ούτε γραμμική ούτε καθολική. Ο νομπελίστας Joseph Stiglitz έχει επανειλημμένα τονίσει ότι οι υπερβολικές φορολογικές ελαφρύνσεις υπέρ του κεφαλαίου τείνουν να αυξάνουν τις ανισότητες χωρίς να εγγυώνται αντίστοιχη αύξηση επενδύσεων ή παραγωγικότητας.

Εξάλλου, η διεθνής εμπειρία διαψεύδει το δόγμα ότι χαμηλότεροι φόροι ισοδυναμούν πάντοτε με υψηλότερη ανάπτυξη. Η Σουηδία, η Δανία και η Φινλανδία διατηρούν υψηλότερα επίπεδα φορολογίας και κοινωνικών δαπανών από την Ελλάδα ενώ συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο ανταγωνιστικών και καινοτόμων οικονομιών του κόσμου. Η Γερμανία και ο Καναδάς εφαρμόζουν προοδευτικότερα φορολογικά συστήματα χωρίς να υστερούν σε επενδύσεις ή παραγωγικότητα.

Η οικονομική επιτυχία δεν είναι συνάρτηση ενός μόνο συντελεστή φορολογίας προϊόν θεσμικής ποιότητας, κοινωνικής συνοχής και επένδυσης στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Αυτό είναι το μεγάλο θεωρητικό και πολιτικό σφάλμα της ελληνικής δεξιάς γιατί συνεχίζει να αντιμετωπίζει την κοινωνική δικαιοσύνη ως αντίπαλο της ανάπτυξης, όμως η διεθνής βιβλιογραφία αποδεικνύει το αντίθετο. Αρκετές μελέτες στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατέδειξαν ότι οι κοινωνίες με μικρότερες ανισότητες εμφανίζουν μεγαλύτερη διάρκεια αναπτυξιακών κύκλων και ισχυρότερη μακροοικονομική ανθεκτικότητα. Επίσης, ο Joseph Stiglitz ανέλυσε πώς οι υπερβολικές ανισότητες υπονομεύουν την ίδια την αποτελεσματικότητα των αγορών ενώ ο Thomas Piketty απέδειξε ότι όταν η απόδοση του κεφαλαίου υπερβαίνει συστηματικά τον ρυθμό ανάπτυξης, η ανισότητα τείνει να αυτοτροφοδοτείται μετατρέποντας την οικονομία σε μηχανισμό «κληρονομικής» συγκέντρωσης πλούτου.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν απαγορεύει νέες κοινωνικές δαπάνες, απλώς απαιτεί δημοσιονομική βιωσιμότητα και αξιόπιστο μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό.

Συνεπώς, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μπορούν να υπάρξουν νέες παροχές αλλά αν υπάρχει ένα αξιόπιστο σχέδιο χρηματοδότησής τους με καθαρές προτεραιότητες.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε τον οικονομικό λαϊκισμό του Τσίπρα ούτε την λογιστική μυθολογία της ΝΔ. Χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο δημοσιονομικά υπεύθυνο, θεσμικά αξιόπιστο και βαθιά κοινωνικά δίκαιο. Μια οικονομική στρατηγική που δεν θα θεωρεί την αναδιανομή παθολογία ούτε την κοινωνική συνοχή πολυτέλεια αλλά αναγκαία συνθήκη βιώσιμης ανάπτυξης.

Άλλωστε η μεγάλη πρόκληση του 21ου αιώνα δεν είναι να αποδείξουμε ότι οι αγορές μπορούν να παράγουν πλούτο. Αυτό το γνωρίζουμε ήδη. Η πραγματική πρόκληση είναι αν οι δημοκρατίες μπορούν να τον κατανείμουν δίκαια δημιουργώντας ευημερία για όλους. Και εκεί ακριβώς κρίνεται όχι μόνο η ποιότητα της οικονομικής πολιτικής μιας κυβέρνησης αλλά και το ηθικό και θεσμικό βάθος μιας κοινωνίας.