Ένα πολιτικό σύστημα σε αδιέξοδο- Μια πατρίδα χωρίς μέλλον

Παναγιώτης Λούσκος 14 Ιουν 2026

Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα πρωτοφανές πολιτικό παράδοξο. Την ώρα που οι μεγάλες προκλήσεις απαιτούν συνεννόηση, σχέδιο και υπευθυνότητα, το πολιτικό σύστημα δείχνει εγκλωβισμένο σε μια λογική άρνησης και κομματικής περιχαράκωσης.

Σχεδόν κανένα κόμμα δεν δηλώνει πρόθυμο να συνεργαστεί με κανένα άλλο. Η έννοια των πολιτικών συναινέσεων έχει εξαφανιστεί από τον δημόσιο διάλογο και στη θέση της κυριαρχούν οι κόκκινες γραμμές, οι αποκλεισμοί και οι τακτικισμοί. Το αποτέλεσμα είναι ένα σκηνικό που παράγει αβεβαιότητα και όχι λύσεις.

Η Νέα Δημοκρατία, αντί να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και υπερασπιστεί τη λογική των συνεργασιών που υποτίθεται ότι επέβαλλε το εκλογικό σύστημα, έχει μετατοπίσει πλήρως το πολιτικό της αφήγημα. Από τη συζήτηση για τη σταθερότητα μέσω δεύτερων εκλογών, πέρασε στο αίτημα της αυτοδυναμίας ήδη από την πρώτη Κυριακή, μετατρέποντας την πολιτική συζήτηση σε μια αναμέτρηση ισχύος και όχι προγραμματικών συγκλίσεων.

Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο χωρίς να παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη και πειστική πρόταση κυβερνησιμότητας. Η άρνηση συνεργασίας δεν συνιστά πολιτική πρόταση, ούτε απαντά στο κρίσιμο ερώτημα του ποιος και με ποιο πρόγραμμα μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα την επόμενη μέρα. Το κεντρικό αφήγημα για ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ , μένει χωρίς περιεχόμενο όταν παραμένει έωλη η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Ο δε στοχος για νίκη με μια ψήφο διαφορά από την ΝΔ είναι χωρίς ακροατήριο και απλά χρησιμοποιείται ως εργαλείο εσωτερικής συσπείρωσης. Χρειάστηκε ένα ολόκληρο συνέδριο για ν αποφασίσει με ποιον ΔΕΝ θα συνεργαστεί και όχι ν απαντήσει ποια μπορεί να είναι η επόμενη κυβέρνηση που θα φέρει την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ.

Από την άλλη πλευρά, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ευρύτερος χώρος που εκπροσωπεί δεν δείχνουν να δίνουν προτεραιότητα ούτε στη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης ούτε στην οικοδόμηση των συμμαχιών που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την πολιτική κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η βασική πολιτική μάχη δεν αφορά πλέον τη διακυβέρνηση της χώρας, αλλά την επικράτηση στον χώρο της αντιπολίτευσης. Με άλλα λόγια, ο πραγματικός αγώνας φαίνεται να είναι για τη δεύτερη θέση και όχι για τη διαμόρφωση μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης εξουσίας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο. Απουσιάζει ένα εθνικό σχέδιο για το μέλλον. Η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε δημοσκοπήσεις, εσωκομματικούς συσχετισμούς και επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις, ενώ οι πολίτες περιμένουν απαντήσεις για την οικονομία, την παραγωγική ανασυγκρότηση, το δημογραφικό, την ασφάλεια και τη θέση της χώρας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Όταν η κυβέρνηση ζητά αυτοδυναμία, η αξιωματική αντιπολίτευση αναζητά τον ρόλο της και τα υπόλοιπα κόμματα αποφεύγουν να μιλήσουν ξεκάθαρα για το πώς μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση, το πολιτικό σύστημα συνολικά εκπέμπει μήνυμα αδυναμίας. Και αυτή η αδυναμία δεν αφορά μόνο τα κόμματα. Αφορά τη χώρα και την προοπτική της.

Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από περισσότερους πολιτικούς αποκλεισμούς. Έχει ανάγκη από πολιτικές δυνάμεις που να μπορούν να συνεννοηθούν, να συμφωνήσουν στα βασικά και να παρουσιάσουν ένα αξιόπιστο σχέδιο για την επόμενη δεκαετία αυτός είναι ο ΟΡΙΣΜΟΣ της ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ. Διαφορετικά, το σημερινό πολιτικό αδιέξοδο θα μετατραπεί σε αδιέξοδο για τη χώρα συνολικά.