Η συζήτηση για τα κυκλώματα στις πολεοδομίες συνήθως μένει στο επίπεδο του «ηθικού σοκ». Όμως η πραγματική ζημιά είναι οικονομική, μετρήσιμη και τεράστια. Κάθε «λαδωμένη» άδεια, κάθε παράνομη τακτοποίηση, κάθε αυθαίρετο που «νομιμοποιείται» με φακελάκι, σημαίνει χαμένα έσοδα για το κράτος από πρόστιμα που δεν επιβάλλονται ή μειώνονται παράνομα. Σημαίνει στρέβλωση της αγοράς ακινήτων, όπου κερδίζουν αυτοί που παρανομούν και ζημιώνονται αυτοί που ακολουθούν τους νόμους. Σημαίνει υποβάθμιση της αξίας γης και περιουσίας, όταν χτίζονται αυθαίρετα ή παραβιάζονται όροι δόμησης. Σημαίνει αύξηση κόστους για μελλοντικά έργα, επειδή το κράτος πρέπει να διορθώσει πολεοδομικά εγκλήματα δεκαετιών και βέβαια απώλεια επενδύσεων, αφού κανένας σοβαρός επενδυτής δεν θέλει να μπει σε αγορά όπου «η άδεια εξαρτάται από το ποιον ξέρεις». Δηλαδή η διαφθορά στις πολεοδομίες δεν είναι «μερικά κουτιά γλυκών με λεφτά», αλλά πολλαπλάσια ζημιά και το χειρότερο είναι συστημική και όχι περιστασιακή.
Αν μια κυβέρνηση αποφάσιζε πραγματικά να καθαρίσει τις πολεοδομίες, τα οφέλη θα ήταν πολλαπλά:
Πρώτα-πρώτα υλικά. Αύξηση δημοσίων εσόδων από πρόστιμα, τέλη, νόμιμες διαδικασίες. Μείωση κόστους αυθαιρεσιών που σήμερα πληρώνει το κράτος σε αποκαταστάσεις, κατεδαφίσεις, δικαστικές διαμάχες. Ενίσχυση επενδύσεων λόγω προβλεψιμότητας και διαφάνειας. Και αύξηση αξίας ακινήτων σε περιοχές που σήμερα υποβαθμίζονται από παράνομες κατασκευές.
Δεύτερον πολιτικά. Ανάκτηση εμπιστοσύνης σε μια χώρα όπου η φράση «πολεοδομία» είναι συνώνυμη με «λαδώματα». Ενίσχυση διεθνούς αξιοπιστίας, ειδικά σε επενδυτές και ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αποδυνάμωση πελατειακών δικτύων, που κρατούν το κράτος όμηρο για δεκαετίες. Και πολιτικό κεφάλαιο για όποιον τολμήσει, γιατί η κοινωνία διψά για κάθαρση.
Τρίτον ηθικά. Αποκατάσταση της ισονομίας, ο νόμιμος πολίτης δεν θα νιώθει «κορόιδο». Ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους, η κοινωνία λειτουργεί. Και αλλαγή κουλτούρας, από το «βρες τον γνωστό» στο «βρες τον νόμο».
Γιατί όμως δεν τολμούν οι κυβερνήσεις;
Η απάντηση είναι σκληρή αλλά αναγκαία:
Γιατί η διαφθορά στις πολεοδομίες είναι εργαλείο εξουσίας. Εξυπηρετήσεις, «διευκολύνσεις», τακτοποιήσεις. Όλα αυτά χτίζουν πελατειακές σχέσεις.
Γιατί τα κυκλώματα έχουν πολιτική κάλυψη. Όχι απαραίτητα από υπουργούς, αλλά από τοπικούς παράγοντες, δημάρχους, περιφερειακούς μηχανισμούς.
Γιατί το κόστος της κάθαρσης είναι άμεσο, ενώ το όφελος μακροπρόθεσμο. Και οι κυβερνήσεις σκέφτονται τετραετίες, όχι δεκαετίες.
Γιατί η διαφθορά είναι βολική για πολλούς. Όχι μόνο για τους επίορκους, αλλά και για όσους θέλουν «να τελειώνουν γρήγορα» με μια άδεια.
Το γεγονός ότι το πρόσφατο κύκλωμα εξιχνιάστηκε από ανώνυμη καταγγελία και έρευνα της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων δείχνει δύο πράγματα, το σύστημα μπορεί να δουλέψει όταν υπάρχει βούληση, και ότι ο πολίτης είναι κρίσιμος κρίκος για την αποκάλυψη και εξάλειψη σκανδάλων, αλλά χρειάζεται προστασία. Αν λοιπόν θέλουμε περισσότερες τέτοιες αποκαλύψεις, πρέπει να ενισχυθεί η προστασία μαρτύρων, να υπάρξουν ασφαλείς και ανώνυμες πλατφόρμες καταγγελιών, να υπάρχει υποχρεωτική διερεύνηση και να δημοσιοποιούνται στατιστικά στοιχεία για καταγγελίες και πειθαρχικά. Αυτό δεν είναι «τεχνικό ζήτημα». Είναι πολιτική απόφαση.
Σήμερα υπάρχουν εργαλεία που μπορούν να μειώσουν τη διαφθορά κατά 80%, όπως είναι η πλήρης ψηφιοποίηση φακέλων, ο audit trail που δεν σβήνεται (είναι ένα αδιάβλητο αρχείο καταγραφής που σημειώνει, ποιος υπάλληλος άνοιξε έναν φάκελο, τι ακριβώς έκανε, πότε το έκανε, τι άλλαξε, ποιος ενέκρινε τι και ποια έγγραφα ανέβηκαν ή τροποποιήθηκαν. Και όλα αυτά χωρίς δυνατότητα διαγραφής ή αλλοίωσης). Επίσης οι αυτοματοποιημένοι έλεγχοι κανόνων δόμησης, η διασταύρωση με Αρχή για το Ξέπλυμα μαύρου χρήματος, τα ανοιχτά δεδομένα για χρόνους διεκπεραίωσης και το υποχρεωτικό rotation στελεχών. Η τεχνολογία υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να την εφαρμόσουμε;
Στις περιπτώσεις σκανδάλων ο κόσμος ζητά να μάθει ποιοι είναι οι επίορκοι όταν συνήθως τα ονόματα τους δεν αποκαλύπτονται από την αρχή. Το αίτημα αυτό των πολιτών ίσως είναι δίκαιο γιατί η διαφθορά σε δημόσια θέση δεν είναι «ιδιωτική υπόθεση». Όμως, υπάρχει το τεκμήριο της αθωότητας, υπάρχει το νομικό πλαίσιο προστασίας προσωπικών δεδομένων (GDPR) το οποίο προστατεύει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα την ταυτοποίηση προσώπων χωρίς λόγο και τη δημοσιοποίηση στοιχείων πριν υπάρξει δικαστική κρίση. Δεν προστατεύει όμως παρανομίες, κακοδιοίκηση, διαφθορά σε δημόσια θέση και πληροφορίες που αφορούν το δημόσιο συμφέρον. Δηλαδή ο GDPR δεν λέει ποτέ: «Μην αποκαλύπτετε σκάνδαλα». Λέει: «Μην διαπομπεύετε ανθρώπους χωρίς λόγο και χωρίς απόφαση δικαστηρίου». Αν γίνει λοιπόν αποκάλυψη ονομάτων από την αρχή υπάρχει κίνδυνος διαπόμπευσης αθώων. Ας δεχτούμε λοιπόν το γεγονός της μη αποκάλυψης των ονομάτων των επίορκων από την αρχή, γιατί η λύση δεν είναι «να βγουν όλα τα ονόματα». Η λύση είναι η πλήρης διαφάνεια για τις θέσεις, όχι για τα πρόσωπα, η δημοσιοποίηση των πειθαρχικών αποφάσεων και ο αυστηρός έλεγχος προαγωγών και τοποθετήσεων. Η κοινωνία δεν χρειάζεται να ξέρει το όνομα του επίορκου. Χρειάζεται να ξέρει ότι το σύστημα δεν τον προστατεύει.
Σχετικά με την καταπολέμηση των σκανδάλων τι έχει γίνει σε άλλες χώρες που θα μπορούσαμε να αντιγράψουμε: Στην Εσθονία έχουν πλήρη ψηφιοποίηση και ο πολίτης δεν έρχεται καθόλου σε επαφή με υπαλλήλους. Στη Δανία/Σουηδία έχει καθιερωθεί διαφάνεια σε όλες τις διοικητικές πράξεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει ισχυρή προστασία των ατόμων που αποκαλύπτουν παρατυπίες και σκάνδαλα μέσα στις δημόσιες υπηρεσίες. Στην Ολλανδία γίνεται αυστηρή αξιολόγηση στελεχών και rotation κάθε 2-3 χρόνια. Δεν χρειάζεται λοιπόν να ανακαλύψουμε τον τροχό. Χρειάζεται να τον εφαρμόσουμε.
Η κάθαρση δεν είναι κόστος. Είναι επένδυση
Η πρόσφατη αποκάλυψη διαφθοράς στις πολεοδομίες δεν είναι «ένα ακόμη σκάνδαλο». Είναι οικονομική αιμορραγία, πολιτική αυτοχειρία και ηθική κατάρρευση. Η καταπολέμησή της δεν είναι «πολυτέλεια». Είναι επένδυση που αποδίδει: περισσότερα έσοδα, περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερη εμπιστοσύνη και περισσότερη δικαιοσύνη.
Δεν υπάρχει πια καμία δικαιολογία. Η διαφθορά στις πολεοδομίες δεν είναι «παθογένεια». Είναι δομική πληγή που αιμορραγεί δημόσιο χρήμα, υπονομεύει την ανάπτυξη, ακυρώνει την ισονομία και διαβρώνει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος. Κάθε μέρα που περνά χωρίς κάθαρση, το κράτος χάνει έσοδα, η αγορά χάνει διαφάνεια και η κοινωνία χάνει την πίστη της ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα, η καταπολέμηση της διαφθοράς δεν είναι κόστος, είναι επένδυση. Επένδυση σε μια οικονομία που λειτουργεί, σε μια διοίκηση που σέβεται τον πολίτη, σε μια δημοκρατία που δεν ανέχεται σκιές. Όποια κυβέρνηση τολμήσει να συγκρουστεί με τα κυκλώματα, να σπάσει τις πελατειακές αλυσίδες και να θωρακίσει θεσμικά τις πολεοδομίες, δεν θα κερδίσει μόνο χρήματα για το Δημόσιο. Θα κερδίσει κάτι πολύ σπανιότερο, πολιτικό κύρος και ηθική νομιμοποίηση.
Γιατί η κοινωνία δεν ζητά θαύματα. Ζητά το αυτονόητο, να μην χρειάζεται «γνωστό» για μια άδεια, να μην πληρώνει ο έντιμος για να κερδίζει ο επίορκος, να μην είναι η διαφθορά ο κανόνας και η νομιμότητα η εξαίρεση. Αν η πολιτεία θέλει πραγματικά να αποδείξει ότι εννοεί όσα λέει, τώρα είναι η στιγμή. Όχι με εξαγγελίες αλλά με πράξεις. Με ψηφιοποίηση, με έλεγχο, με αξιολόγηση, με προστασία καταγγελιών, με διαφάνεια. Με το θάρρος να συγκρουστεί με όσους θεωρούν το κράτος ιδιοκτησία τους.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να καθαρίσουμε τις πολεοδομίες ή οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία που δημιουργεί σκάνδαλα. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε. Και αν δεν το θέλουμε, τότε πρέπει επιτέλους να ειπωθεί καθαρά, ότι το πρόβλημα δεν είναι οι επίορκοι υπάλληλοι. Το πρόβλημα είναι η πολιτική ανοχή που τους επιτρέπει να ανθίζουν. Η χώρα δεν αντέχει άλλο να πληρώνει τη σιωπή. Ή θα επιλέξουμε τη διαφάνεια ή θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε το τίμημα της συνενοχής.