Η Χώρα που ξέχασε να ονειρεύεται

Νικόλαος Τζώρτζης 16 Ιουν 2026

Κάποτε η πολιτική ήταν υπόθεση οραμάτων. Ήταν η σύγκρουση ιδεών για το πώς θα γίνει η κοινωνία δικαιότερη, η οικονομία ισχυρότερη, η δημοκρατία βαθύτερη. Ήταν η διαδικασία μέσα από την οποία οι πολίτες μετατρέπονταν από παθητικοί θεατές σε ενεργούς πρωταγωνιστές των εξελίξεων. Ήταν το εργαλείο με το οποίο οι κοινωνίες προόδευαν.

Σήμερα, στην Ελλάδα του 2026, αναρωτιέται κανείς αν η πολιτική υπάρχει ακόμη ή αν έχει αντικατασταθεί πλήρως από ένα ατελείωτο επικοινωνιακό θέαμα. Η πολιτική οφείλει να βελτιώνει την καθημερινότητα των πολλών. Να δίνει λύσεις στην ακρίβεια, στη στεγαστική κρίση, στην ανασφάλεια των νέων, στην υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών, στην αίσθηση ότι η χώρα δεν αξιοποιεί τις δυνατότητές της. Οφείλει να διαμορφώνει συνειδήσεις, να εμπνέει συμμετοχή, να δημιουργεί ενεργούς δημοκρατικούς πολίτες και όχι κλακαδόρους και καταναλωτές κομματικών συνθημάτων.

Πάνω απ' όλα, οφείλει να αναδεικνύει πολιτικούς που αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους ως λειτούργημα. Ανθρώπους που μπαίνουν στην πολιτική για να υπηρετήσουν και όχι για να υπηρετηθούν. Ανθρώπους που έχουν το θάρρος να υπερασπιστούν τις ιδέες τους ακόμη και όταν το πολιτικό κόστος είναι μεγάλο.

Αντί γι' αυτό, τι βλέπουμε;

Μία κυβέρνηση που έχει εξαντλήσει κάθε πολιτικό και ηθικό απόθεμα. Μία κυβέρνηση που βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπη με σκάνδαλα, υποκλοπές, θεσμικές εκτροπές, διαφθορά, οικονομική κακοδιαχείριση, υποθέσεις που προκαλούν εύλογη αγανάκτηση στην κοινωνία, διότι βλέπουμε να εκτυλίσσονται σε επανάληψη όλα όσα μας οδήγησαν στη δεκαετή οικονομική κρίση, την οποία μία άλλη κυβέρνηση της Ν.Δ. είχε προκαλέσει. Και όμως, αντί να απολογείται, αντί να παρουσιάζει ένα πειστικό σχέδιο για το μέλλον της χώρας, που η ακρίβεια μαστίζει την κοινωνία και οι παλαιοκομματικές παθογένειες επί των ημερών της γνωρίζουν νέο πεδίον δόξης λαμπρό, επιλέγει να καταγγέλλει τους πάντες για «τοξικότητα» που η ίδια παράγει.

Η λέξη έχει γίνει το τελευταίο καταφύγιο μίας εξουσίας που αδυνατεί να απαντήσει στην ουσία. Όταν δεν μπορείς να υπερασπιστείς το έργο σου (υπαρκτό ή θεωρητικό), καταγγέλλεις το ύφος των αντιπάλων σου. Όταν δεν μπορείς να πείσεις, προσπαθείς να απαξιώσεις. Όταν δεν έχεις πολιτικό αφήγημα, κατασκευάζεις εχθρούς.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση θα περίμενε κανείς μια ισχυρή, σοβαρή και αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Και όμως, δυστυχώς το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δείχνει να αρνείται πεισματικά να παίξει τον ρόλο που οι συνθήκες τού έχουν αναθέσει. Είναι το μόνο κόμμα που διαθέτει σήμερα αξιόλογο ανθρώπινο δυναμικό, στελέχη με εμπειρία στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, επάρκεια και συγκεκριμένες προγραμματικές προτάσεις διαρθρωμένες γύρω από ένα πλήρες, ρεαλιστικό και συγκροτημένο εναλλακτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης. Θα μπορούσε να αποτελεί τον βασικό εκφραστή μίας προοδευτικής, μεταρρυθμιστικής και κυβερνητικής πρότασης βασισμένης στην πολιτική αλλαγή και στη σταθερότητα. Όχι φυσικά στην τρέχουσα «σταθερότητα» που πρεσβεύει η Ν.Δ. με διατήρηση του οικονομικού status quo, του πληθωρισμού της απληστίας, των ολιγοπωλίων και της μεταρρυθμιστικής αδράνειας, αλλά τη σταθερότητα μίας κοινωνίας που συνεχώς προοδεύει, ενός κράτους που εκσυγχρονίζεται και μεταρρυθμίζεται και μίας κυβέρνησης που δεν αφήνει κανέναν πίσω και «σπάει αυγά» προκειμένου να εφαρμόσει τις πολιτικές και τη στοχοθεσία της.

Αντί γι' αυτό, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δίνει την εντύπωση ότι έχει βολευτεί στη διαχείριση των χαμηλών προσδοκιών. Ενίοτε δίνει την εντύπωση φοιτητικής παράταξης ή και παρέας, παρότι πρόκειται περί του ιστορικού κόμματος των μεγάλων επιτευγμάτων, των εθνικών επιτυχιών, της αυτοπεποίθησης, της υπευθυνότητας, της προσφοράς, του δημοκρατικού κινήματος από την κοινωνία, για την κοινωνία και με την κοινωνία.

Η ηγεσία του μοιάζει περισσότερο να αγωνιά για το αν θα καταγραφεί ως πρώτο κόμμα μεταξύ των μικρών δημοσκοπικά κομματικών σχηματισμών, παρά για το πώς θα πείσει την κοινωνία ότι μπορεί να κυβερνήσει. Μία ηγεσία που τείνει να αυτοθαυμάζεται σε κομματικές εκδηλώσεις, την ώρα που η κοινωνία βρίσκεται κυριολεκτικά αλλού. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι ένας πολιτικός οργανισμός με δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες από τα αποτελέσματα που παράγει.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το φάντασμα του Αλέξη Τσίπρα εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τη χώρα.

Ένας πολιτικός που εμφανίστηκε ως αντισυστημικός αναμορφωτής και κατέληξε να γίνει ο πρωταγωνιστής μίας από τις μεγαλύτερες πολιτικές εξαπατήσεις της Μεταπολίτευσης. Ο λαϊκισμός βαφτίστηκε ελπίδα. Ο διχασμός παρουσιάστηκε ως προοδευτισμός. Ένα ολόκληρο έθνος οδηγήθηκε σε μια αχρείαστη περιπέτεια που κόστισε ακριβά στη χώρα και λίγο έλειψε να την οδηγήσει εκτός ευρωζώνης. Το αντισυνταγματικό δημοψήφισμα του 2015, ένα πολιτικό εγχείρημα που ακροβατούσε μεταξύ πολιτικού τυχοδιωκτισμού και θεσμικής ανευθυνότητας, κατέληξε μέσα σε λίγες ημέρες να αναιρεθεί από τους ίδιους τους εμπνευστές του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ακόμη μνημόνιο, μία διαλυμένη οικονομία, μία τσακισμένη κοινωνία, ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια και μία βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα. Και μετά από όλα αυτά, εμφανίζεται εκ νέου στην πολιτική σκηνή, χωρίς να κομίζει οτιδήποτε νέο, ζητώντας από μία υποτιθέμενη κοινωνία λωτοφάγων να του εμπιστευτεί ξανά τη διακυβέρνηση της Χώρας.

Τα υπόλοιπα κόμματα, νέα, παλαιά ή υπό ίδρυση δεν χρήζουν εκτενούς πολιτικού σχολιασμού. Ρέπουν απλώς μεταξύ γραφικότητας, αντισυστημισμού, ακρότητας και απλής διαμαρτυρίας.

Το τραγικότερο όμως δεν είναι οι αποτυχίες των πρωταγωνιστών.

Το τραγικότερο είναι ότι η ίδια η πολιτική έχει υποχωρήσει από το προσκήνιο.

Τα κόμματα διαλύονται και επανιδρύονται σαν εταιρικά σχήματα. Πολιτικά στελέχη αλλάζουν παρατάξεις από τη μία νύχτα στην άλλη λες και αλλάζουν ποδοσφαιρική ομάδα. Οι ιδεολογικές διαφορές θολώνουν. Οι αρχές γίνονται διαπραγματεύσιμες. Οι αξίες αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο στην προσωπική ανέλιξη.

Και ενώ η χώρα αντιμετωπίζει τεράστιες προκλήσεις, ο δημόσιος διάλογος καταναλώνεται σε παραπολιτικές ίντριγκες, τηλεοπτικούς καβγάδες, διαρροές, προσωπικές στρατηγικές και πολιτικό κουτσομπολιό.

Η Ελλάδα πάσχει από έλλειψη πολιτικής σε έναν ωκεανό προβλημάτων.

Πάσχει από έλλειψη ανθρώπων που να μπορούν να εμπνεύσουν, να σχεδιάσουν, να συγκρουστούν με κατεστημένα συμφέροντα και να υπηρετήσουν κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.

Και μέσα σε αυτή την παρακμιακή πραγματικότητα, τα ικανά στελέχη ασφυκτιούν. Άνθρωποι με γνώσεις, πολιτική εμπειρία, επαγγελματική καταξίωση και διάθεση προσφοράς παραμερίζονται ή επισκιάζονται από μηχανισμούς, προσωπικές φιλοδοξίες και ανασφάλειες, αυλές και μικροκομματικές ισορροπίες. Η μετριότητα δεν είναι πλέον εξαίρεση, αλλά τείνει να γίνει κανόνας.

Γι' αυτό το ερώτημα είναι πλέον βαθύτερο από το ποιο κόμμα προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Πού είναι η ηθική στην πολιτική; Πού είναι οι αρχές; Πού είναι οι αξίες; Πού είναι η αίσθηση καθήκοντος απέναντι στην κοινωνία; Πού είναι οι άνθρωποι που μπήκαν στην πολιτική για να αλλάξουν τον κόσμο και όχι για να εξασφαλίσουν μία καριέρα;

Υπάρχει ελπίδα;

Η απάντηση είναι ότι πρέπει να υπάρχει. Όχι γιατί το πολιτικό σύστημα μάς δίνει λόγους αισιοδοξίας. Τουναντίον. Αλλά γιατί η Ιστορία διδάσκει ότι καμία κοινωνία δεν αναγεννήθηκε από τις ηγεσίες της. Αναγεννήθηκε όταν οι πολίτες απαίτησαν καλύτερες ηγεσίες.

Η παρακμή δεν είναι πεπρωμένο. Είναι επιλογή. Όπως επιλογή είναι και η αναγέννηση.

Έτσι λοιπόν, το ερώτημα είναι αν υπάρχουν ακόμη αρκετοί πολίτες που πιστεύουν ότι αξίζει να παλέψουν για να γίνει η Ελλάδα καλύτερη.

Γιατί όταν μια κοινωνία σταματήσει να πιστεύει στην πολιτική νικούν οι κυνικότεροι, όχι οι καλύτεροι. Και τότε η Δημοκρατία παραμένει ζωντανή μόνο ως διαδικασία, έχοντας χάσει την ψυχή της.

Κλείνοντας, υπήρξε μία εποχή που η Ελλάδα ονειρευόταν. Ονειρευόταν περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη δικαιοσύνη, περισσότερες ευκαιρίες για τους πολλούς. Ονειρευόταν ότι κάθε γενιά θα ζούσε καλύτερα από την προηγούμενη. Σήμερα, μοιάζει να έχει συμβιβαστεί με το ελάχιστο. Να μην αναζητεί το καλύτερο, αλλά απλώς να φοβάται το χειρότερο. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ήττα του ελληνικού πολιτικού συστήματος: όχι ότι απέτυχε να λύσει τα προβλήματα, αλλά ότι σταμάτησε να εμπνέει τους ανθρώπους να πιστέψουν πως μπορούν να τα ξεπεράσουν.