Τέτοιες μέρες που ζούμε, όσοι χρησιμοποιούν τους όρους «αλλαγή εποχής» ή «νέοι καιροί», συνήθως επιχειρούν με αυτούς να περιγράψουν συνοπτικά ή να νοηματοδοτήσουν όσα συμβαίνουν στα πεδία της γεωπολιτικής, της γεωστρατηγικής και της γεωοικονομίας. 'Η και στον μεταβολισμό (ανταλλαγές ενέργειας και υλικών πόρων) των κοινωνικο-οικονομικών συστημάτων με την φύση, δηλαδή ό,τι αφορά την ενεργειακή και την ψηφιακή μετάβαση και την κατεύθυνση των τεχνολογικών καινοτομιών.
Αφενός, οι όροι παραπέμπουν στους μεγάλους χώρους· στον πλανήτη, στην Ευρώπη. Δηλαδή μιλούν για συμβαίνοντα «έξω από εμάς», ίσως και μακριά μας. Αφορούν πράγματα «εκτός Ελλάδος». Τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Αφετέρου, άν και είναι όροι πολιτικοί, μιλούν για πολιτικές πραγματικότητες «απρόσιτες» για τα ημεδαπά πολιτικά τεκταινόμενα. Ίσως και «άσχετες» με αυτά. Τουλάχιστον έτσι νομίζουμε. Μέσα στη φωτιά του προεκλογικού αγώνα, πόσοι ενεργοί κομματικοί παράγοντες θα σκοτιστούν μήπως τυχόν και η Ελλάδα βιώνει και αυτή την δική της αλλαγή εποχής; Και γιατί να σκοτιστούν, αφού αυτή η προβληματική είναι έξω από την ατζέντα της ημεδαπής πολιτικής;
Και όμως, η πραγματικότητα, ως συνήθως, εισβάλλει στα οχυρά της πολιτικής γκρεμίζοντας τα πιο απαρχαιωμένα και κακοσυντηρημένα σημεία των τειχών. Τώρα πια, οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις και ο κοινοβουλευτικός διπολισμός είναι τα πιο ξινά από τα περσινά ξινά σταφύλια της ελληνικής πολιτικής. Και άν εξαιρεθούν ειδικές περιπτώσεις (η Βρετανία με το καθαρά πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, χώρες με αμιγές Προεδρικό ή ημι-Προεδρικό πολίτευμα τύπου Κύπρου, Ουκρανίας ή Γαλλίας, καθώς και η πρόσφατη ειδική συνθήκη της Ουγγαρίας για απαλλαγή από ένα ανελεύθερο καθεστώς), οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις και ο κοινοβουλευτικός διπολισμός γίνονται πια σχεδόν άγνωστες πολιτικές καταστάσεις στην Ευρώπη όλη.
Όμως το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας θέτει ως εκλογικό στόχο μια τρίτη λαμπρή αυτοδυναμία. Η νεότευκτη προσωποπαγής ΕΛΑΣ του κ. Τσίπρα δελεάζεται από την νέα στρατηγική Μητσοτάκη με τον βολικό για την ΝΔ διπολισμό, τον εκλαμβάνει ως πρόταση win-win· ακολουθεί και αυτή την ΝΔ σε τούτο το φωτεινό μονοπάτι προς την ουτοπία.
Επιπρόσθετα, οι δύο μεγάλες εμμονές στο ελληνικό κομματικό σύστημα, αυτοδύναμες κυβερνήσεις και κοινοβουλευτικός διπολισμός, είναι πράγματι εκτός του σημερινού ευρωπαϊκού κανόνα. Τώρα πια η συνήθης πρακτική για σχηματισμό κυβερνήσεων είναι κομματικές συνεργασίες, «ακόμα και μεταξύ χώρων που έχουν πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά».
Ωστόσο, άν αυτοδυναμίες και διπολισμός πάνε πια και αυτά προς το «χρονοντούλαπο της ιστορίας», το να μεταφέρεται η εύλογη πίεση για συνεργασία μονόπλευρα, αποκλειστικά και μόνον στο ΠΑΣΟΚ, και μάλιστα με μονοσήμαντη κατεύθυνση («ΠΑΣΟΚ, εσύ πρέπει να να συνεργαστείς, αλλά μόνον με την ΝΔ»), είναι πολιτική στάση όχι και πολύ συμβατή με τον ευρωπαϊκό κανόνα. Επίσης, έχει ανοιχτά προβλήματα με την ελληνική πολιτική ιστορία, πρωτίστως με την πρόσφατη.
Ιδιαίτερα στην παρούσα πολιτική συγκυρία, η αξιωματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ έχει κάθε δικαίωμα, και μάλιστα ως κόμμα εξουσίας, να αυτοδεσμεύεται ότι δεν θα συμπράξει κυβερνητικά με το κόμμα της ΝΔ. Αυτό δεν έχει σχέση ούτε με «επάρατη Δεξιά», ούτε με αντιδεξιό σύνδρομο. Έχει όμως άμεση σχέση με το πολιτικό επιχείρημα ότι προπαντός σήμερα, με εμφάνιση και ποικίλων νέων κομμάτων, χρειαζόμαστε δημοκρατική πόλωση. Πόλωση των παραδοσιακών δημοκρατικών κομμάτων με ιστορία, όπως είναι το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ. Πόλωση μεταξύ τους, όχι μόνον με τα λεγόμενα άκρα. Το υποστηρίζουν αυτό πολλοί· μεταξύ άλλων, το τόνιζε διαρκώς και κατηγορηματικά ο πρόσφατα αποβιώσας Γιούργκεν Χάμπερμας
[...] Το τίμημα αυτής της ανοχής - δηλαδή η οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική «πτώση» όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού - έχει αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ξεσπά σε μια αντίδραση που οδηγεί τους πολίτες αυτούς προς τα δεξιά. Και που αλλού να πήγαιναν; Αφού λείπει μια αξιόπιστη προοπτική προβεβλημένη ανοιχτά και επιθετικά, στους διαμαρτυρόμενους απομένει μόνον η απόσυρση στο μεγαλόφωνο και στο ανορθολογικό [...] Πρέπει λοιπόν να ξαναγίνουν εμφανείς και αναγνωρίσιμες οι πολιτικές αντιθέσεις [...] Πρέπει ξανά να γίνει σαφής η πολιτική πόλωση μεταξύ των καθιερωμένων κομμάτων και να αποκρυσταλλωθεί γύρω από πραγματικές αντιθέσεις [...]
Ειδικά για το ΠΑΣΟΚ, άς είμαστε ακριβείς: Το DNA αυτής της παράταξης είναι αποτέλεσμα μισού αιώνα εξέλιξης, «φυσικής επιλογής», αγώνα για πολιτική ισχύ και κυριαρχία, ακόμη και «αγώνα για επιβίωση», άν είναι επιτρεπτή η χρήση Δαρβινικών όρων. Και δεν έχει εισχωρήσει τώρα, ως νεοεισαχθέν, κάποιο αντιδεξιό σύνδρομο. Όμως το ΠΑΣΟΚ νοείται μόνον ως πόλος στο ελληνικό κομματικό σύστημα· και φυσικά, πόλος δεν συνεπάγεται αναγκαστικά δι-πολισμό. Και ακριβώς τα πολυπολικά κομματικά συστήματα είναι σήμερα ο ευρωπαϊκός κανόνας. Ωστόσο δεν νοείται και δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο πόλος χωρίς σχέσεις αντίθεσης. Δεν χρειάζεται να πάμε στα πρώτα νηπιακά βήματα αυτού του κόμματος, ιδίως πριν γίνει κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ το 1981, τότε που ήταν εύλογο, δίκαιο και απολύτως αναγκαίο να εγκαλείται για λαϊκισμό, για αντιδεξιό λαϊκισμό που αφήνει «παγερά αδιάφορους» τους πραγματικούς σοσιαλιστές ή σοσιαλδημοκράτες. Μια αναδρομή στο πώς αντιμετώπιζε την ΝΔ ο Κώστας Σημίτης όσο ήταν ακόμη πρωθυπουργός (2003), αρκεί για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα
[...] «Η ΝΔ επιλέγει ως μορφή αντιπαράθεσης την πολιτική του τσαμπουκά, μια πολιτική ακροδεξιά [...] Αυτά τα έχει ξανακούσει ο λαός και είναι γνωστές οι συνταγές του παρελθόντος. Οι λέξεις δωροδοκία, τακτοποίηση φίλων, διάβρωση θεσμών, κατασπατάληση, σκάνδαλα, υπερβάσεις, προχειρότητα, σήψη κ.λ.π. ήταν τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Γ. Παπαδόπουλος και οι δορυφόροι του για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους [...] τα στελέχη της ΝΔ εν αγνοία τους αναπαράγουν την ίδια φρασεολογία [...] Δεν σας φοβίζει αυτό το ύφος; Δεν διακρίνει η Νεοδεξιά ότι γίνεται Ακροδεξιά;»
(αναρωτήθηκε ο κ. Σημίτης και κατέθεσε στη Βουλή ένα φυλλάδιο της χούντας, 4.2.2003)
Παρεπιμπτόντως, οι εκ των υστέρων πολιτικές «χρήσεις» του Κώστα Σημίτη αποκαλύπτουν πολλά για τις στρεβλώσεις της ημεδαπής δημόσιας συζήτησης. Πολλοί από όσους «μετριοπαθείς κεντρώους» τον επικαλούνται ακόμη και ως υπόδειγμα πολιτικού, αποφεύγουν συστηματικά τον πραγματικό Σημίτη της δομικής πολιτικής, πρώτα ως «δομικής αντιπολίτευσης» και στη συνέχεια της δομικής κυβερνητικής με τα σωστά και τα λάθη της. Αντ΄ αυτού, επικαλούνται έναν φαντασιακό Σημίτη, τον ίδιο ακριβώς Σημίτη που κατακεραυνώνουν λαϊκιστές και συνοδοιπόροι, άλλοι υπό την χλαμύδα της «εθνικόφρονος Δεξιάς», άλλοι υπό το αμπέχωνο της «αντιεκσυγχρονιστικής Αριστεράς».
Υπάρχει και το πρόσθετο πρόβλημα της ιστορίας των συμπράξεων: Το ΠΑΣΟΚ συνέπραξε με την ΝΔ (και με την ΔΗΜΑΡ) τον Ιούνιο του 2012, κάνοντας το «εθνικό καθήκον» του σε μια πολύ δύσκολη στιγμή, όπως ακόμη επιχειρηματολογεί το ίδιο. Το ερώτημα άν εκείνη η σύμπραξη, είχε ή όχι θετικές συνέπειες για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, όχι μόνον βραχυπρόθεσμα αλλά και μεσο-μακροπρόθεσμα, έχει σαφώς απαντηθεί. Αρνητικά. Παραμένει όμως αναπάντητο το πολύ πιο σημαντικό ιστορικό ερώτημα, εάν εκείνη η σύμπραξη, μαζί βέβαια κυρίως με όλα όσα προηγήθηκαν, αλλά και όσα ακολούθησαν, σε τελευταία ανάλυση, είχε ή όχι θετικές συνέπειες για την χώρα. Το συναφές ερώτημα, άν εκείνη την στιγμή υπήρχαν ή όχι άλλες εναλλακτικές λύσεις κυβερνησιμότητας, με τις οποίες το πολιτικό βάρος της χρεωκοπίας θα φορτώνονταν με τρόπο πιο λειτουργικό και κομματικά πιο δίκαιο, αξίζει μεγάλη συζήτηση.
Τούτων δοθέντων, η μονόπλευρη αξίωση, να σώσει πάλι αυτό, και μόνον αυτό, το ΠΑΣΟΚ, την χώρα από την «ακυβερνησία της μή αυτοδυναμίας», δεν δικαιούται να παραβλέπει τον κανόνα της λογικής: Ότι ανάλογες μέθοδοι δράσης όταν εφαρμόζονται σε ανάλογες πραγματικότητες και υπό ανάλογες συνθήκες, παράγουν ανάλογα αποτελέσματα. Φυσικά, η τέτοια επανάληψη για άλλους είναι βολική, για άλλους όχι. Και ο νοών νοείτω.
Όμως αυτό το μονόπλευρο είναι και ελάχιστα συμβατό με την σημερινή ευρωπαϊκή κομματική-πολιτική πραγματικότητα.
Στο ευρωκοινοβούλιο, τόσο στην αρχική εκλογή και δημοκρατική νομιμοποίηση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και της Επιτροπής της, όσο και στην ανανεούμενη νομιμοποίηση με απορρίψεις πολυάριθμων προτάσεων μομφής, καθώς επίσης στις βασικές αποφάσεις, δεν συνεργάζονται μόνον οι δύο μεγαλύτερες ομάδες, των Σοσιαλιστών και του Λαϊκού Κόμματος. Εκτός πολλών άλλων λόγων, επειδή αριθμητικά δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την απλή πλειοψηφία. Η Επιτροπή και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στηρίζονται στην πλειοψηφία που εξασφαλίζουν τέσσερις δημοκρατικές πολιτικές οικογένειες, το Λαϊκό Κόμμα, οι Σοσιαλιστές, το Renew (το κάποτε φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κόμμα - ALDE) και οι Πράσινοι.
Πρόκειται για ευρύτερη σύμπραξη, με πολλές διαφωνίες και συγκρούσεις μέσα στον κύκλο αυτών των τεσσάρων οικογενειών. Όμως η προγραμματική βάση είναι σαφής: Σταθερή στάση υπέρ των δημοκρατικών αξιών και του κράτους δικαίου, ενίσχυση όλων των πτυχών της ευρωπαϊκής αυτονομίας, σταθερότητα (παρά τις παροδικές ταλαντεύσεις) στους στόχους της Πράσινης Νέας Συμφωνίας και της ενεργειακής μετάβασης, χωρίς επιφυλάξεις οικονομική και αμυντική υποστήριξη της Ουκρανίας.
Ανάλογες συμπράξεις, με δύο, με τρεις, με τέσσερις ή περισσότερους συμπράττοντες, με κάποια μέλη από αυτές τις 4 πολιτικές οικογένειες του ευρωκοινοβουλίου ή με άλλες πολιτικές δυνάμεις εκτός αυτών, βλέπουμε και σε κυβερνήσεις πολλών χωρών της ΕΕ.
Οι διπολικές συμπράξεις στη Γερμανία των Χριστιανοδημοκρατών και των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών με τους Σοσιαλδημοκράτες, κάποτε λεγόταν Μεγάλοι Συνασπισμοί, τώρα όμως μόνον ειρωνικά, επειδή τα κόμματα αυτά δεν είναι πια μεγάλα. Είναι και αυτές μια μορφή συμπράξεων συνήθως αναγκαστικών λόγω αριθμητικής των εδρών (όπως συμβαίνει τώρα) αλλά με φθίνοντα στηρίγματα στην κοινωνία. Το μεγάλο, ιστορικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας, η μητέρα του Ευρωπαικού Σοσιαλισμού, είναι δυστυχώς σκιά του αλλοτινού εαυτού του. Η Ένωση των Χριστιανοδημοκρατών και των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών, από το 2018 μέχρι σήμερα ποτέ δεν ξεπέρασε εκλογικά ή δημοσκοπικά το 30 % και σήμερα δημοσκοπείται γύρω στο 22 % με την AfD πρώτη γύρω στο 27 %, τους Πράσινους γύρω στο 16 %, το SPD γύρω στο 12 %, Linke γύρω στο 10 % και το ιστορικό Φιλελεύθερο FDP, εξωκοινοβουλευτικό πια, 3-4 %.

Η Ελλάδα συχνά ακολουθεί τάσεις των βορειότερων ευρωπαϊκών χωρών με χρονοκαθυστέρηση. Εκτός αυτού, και η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες χώρες νοτίως των Άλπεων, πολύ δύσκολα θα αποκτήσει κάποτε Πράσινο κόμμα ή Φιλελεύθερους του τύπου D66 της Ολλανδίας ή των Σκανδιναβικών και Βαλτικών χωρών (πολύ διαφορετικοί από το αυτοκαταστροφικό, χυδαία αγοραίο FDP της Γερμανίας), για να σώζουν κατεστραμμένες ισορροπίες και να διορθώνουν ανορθολογικές πολιτικές τoυ ΕΛΚ ή των Σοσιαλιστών. Άγνωστο πώς θα αντιμετώπιζαν στην πράξη οι δικοί μας «μετριοπαθείς κεντρώοι» φίλοι της ΝΔ ένα φιλελεύθερο κόμμα σαν το ολλανδικό D66 ή ένα Πράσινο κόμμα, άν ένας μάγος τα μεταφύτευε εδώ στο Νότο. Εντελώς θεωρητικό το ερώτημα. Θέλουμε δεν θέλουμε θα πορευτούμε με ό,τι έχουμε. Ακόμη και οι πιο εμμονικοί «μετριοπαθείς κεντρώοι» μας, αντί να κάνουν μπούλιγκ στο ΠΑΣΟΚ συμπράττοντας με τον παραδοσιακό πυρήνα της ΝΔ και με τα πετρελαιοκίνητα ΜΜΕ όλων των κομματικών χρωμάτων, αναγκαστικά πρέπει να αποφασίσουν, αφρίζει, ξαφρίζει, τι θα κάνουν με τον κ. Τσίπρα.
Τα πολιτικά κόμματα δεν είναι θαυματοποιοί, ούτε αμνοί που αίρουν τις αμαρτίες του κόσμου. Και οι ιδεολογίες δεν είναι μαγικά φίλτρα. Όπως μας δίδαξε, μεταξύ άλλων, η Χάννα Άρεντ, στις δημοκρατίες τα κόμματα είναι συλλέκτες και χρήστες πολιτικής ισχύος την οποία δεν παράγουν αυτά τα ίδια. Δανείζονται και συλλέγουν πολιτική ισχύ η οποία παράγεται από τους πολίτες όταν αυτοί ενεργούν δημοσίως. Τα κόμματα την συμπυκνώνουν και την χρησιμοποιούν στο αντιπροσωπευτικό σύστημα.
Ειδικά τώρα, όσοι επιχειρούν να σπρώξουν το ΠΑΣΟΚ προς την ομηρεία, κάνουν κακό όχι μόνον στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και στην ΝΔ ως δημοκρατικό και φιλοευρωπαϊκό κόμμα. Μέχρι νεωτέρας, η ΝΔ έχει κυρίως διαρροές από την παραδοσιακή βάση της προς τις κατευθύνσεις τις αποκαλούμενες αντισυστημικές. Θα δούμε και την επιρροή Σαμαρά. Για τους «μετριοπαθείς κεντρώους» τους συνεζευγμένους με την ΝΔ, ισχύει καθώς φαίνεται το «άνθρωπος μη χωριζέτω»· για να επωφεληθεί το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται αρκετή περίοδος χειραφέτησης των φυγάδων από τις «αντισυστημικές» ψευδαισθήσεις τους. Μιά νέα συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ θα στερεώσει και ενισχύσει τέτοιες ψευδαισθήσεις.
Ας συνοψίσουμε: Όσοι επιχειρούν να σπρώξουν το ΠΑΣΟΚ προς την ΝΔ, προπαντός κάνουν κακό στην σταθερότητα του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Η κοινωνική και «επικοινωνιακή» βάση στήριξης από την οποία συλλέγει πολιτική ισχύ το δημοκρατικό φάσμα κομμάτων, έχει γίνει πολύ στενή, όπως συνέβη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Πρέπει να διευρυνθεί. Και να αποκτήσει εσωτερική ένταση και δομή. Η δημοκρατία τρέφεται από τις αντιπαραθέσεις.
Άν η ΝΔ επιχειρεί να «πουλήσει» στους εκλογείς οράματα και θάματα αυτοδυναμίας, συν έναν αναγεννημένο διπολισμό με βολικό αντίπαλο, άν η ΕΛΑΣ δελεάζεται και παίζει στο παιχνίδι του κυνηγιού της ουτοπίας, φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι «αφού το είπαν, έγινε». Η τόση εμμονή, ότι στο κομματικό σύστημα δεν υπάρχει αλλαγή εποχής, προϊδεάζει για το αντίθετο: ότι το πιο πιθανό είναι να μην σωθεί ούτε η αυτοδυναμία ούτε ο διπολισμός. Άν όμως το παλιό και το νέο κόμμα συμμερίζονται την χθεσινή σοφία ότι ο κομματικός διπολισμός είναι το καλό και ο πολυπολισμός και η πολυμέρεια το κακό, τίποτε δεν εμποδίζει αυτή την εκλεκτική συγγένεια «πολιτικής κουλτούρας» να γίνει έμπρακτη πολιτική. Και κυβερνητική συνεργασία, άν οι αριθμοί και οι έσωθεν και έξωθεν των κομμάτων διευθετήσεις το επιτρέψουν.
Συχνά στην πολιτική, σοφά ρεαλιστικό είναι να αναζητείται το μικρότερο κακό. Ενδεχόμενη κυβέρνηση ΝΔ-ΕΛΑΣ θα είναι και η ίδια μια τρανταχτή απόδειξη ότι πέρασε η εποχή των αυτοδυναμιών και των διπόλων. Και για ό,τι αφορά την σταθερότητα της δημοκρατίας, αυτή θα είναι πολύ μικρότερο κακό από το στένεμα της βάσης από την οποία συλλέγεται δημοκρατική πολιτική ισχύς. Τί άλλο από τέτοιο στένεμα θα σηματοδοτούσε μια «τί-άλλο-να-κάνουμε;» συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ;
Αρχηγικό ξε-αρχηγικό, rebranded ή retro το νέο κόμμα, άν το θελήσει η νύφη κι ο γαμπρός, αυτός ο γάμος θα είναι λύση απολύτως νόμιμη. Και μάλιστα εξίσου νόμιμη όσο μια συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΕΛΑΣ.
Πηγή: crisis-critique.blogspot.com