ΗΠΑ: Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει παράνομο ένα μεγάλο μέρος δασμών του Τραμπ- Eπιβάλλει πρόσθετους δασμούς 10% σε όλες τις χώρες

20 Φεβ 2026

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε πως ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς σε πολλά προϊόντα που εισέρχονται στις ΗΠΑ, καταφέροντας ένα σοβαρό πλήγμα στον Αμερικανό πρόεδρο σε ένα κεντρικό στοιχείο του οικονομικού προγράμματός του.

Βάσει της απόφασης που εκδόθηκε σήμερα από μια πλειοψηφία έξι δικαστών υπέρ έναντι τριών κατά, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν μπορεί να δικαιολογήσει αυτούς τους δασμούς λόγω μιας οικονομικής έκτακτης ανάγκης.

Η απόφαση αφορά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «ανταποδοτικοί» από την αμερικανική κυβέρνηση, όχι όμως εκείνους που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή ο χάλυβας και το αλουμίνιο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να επιβάλει αυτούς τους τελωνειακούς δασμούς βασιζόμενος σε ένα κείμενο του 1977 που επιτρέπει θεωρητικά στην αμερικανική διοίκηση να δράσει στον οικονομικό τομέα, χωρίς προηγουμένως να έχει πάρει το πράσινο φως από το Κογκρέσο, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται μια «οικονομική έκτακτη ανάγκη».

Όμως, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» προκειμένου να επιβάλει δασμούς.

Το γεγονός πως το κείμενο του νόμου στον οποίο βασίζεται ο Λευκός Οίκος «του δίνει την εξουσία για να "ρυθμίσει τις εισαγωγές", είναι ανεπαρκές», δεδομένου ότι «δεν εμπεριέχει καμία αναφορά στους δασμούς».

Αυτός ο νόμος «δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλει δασμούς», επιμένει ο δικαστής Ρόμπερτς στο κείμενο της απόφασης.

Αυτοί οι δασμοί είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο, με την παρουσίαση ενός πίνακα που παρουσίαζε τα διαφορετικά ποσοστά που θα εφαρμόζονται, ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων.

Στόχευαν θεωρητικά τις χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν ένα εμπορικό έλλειμα κατά την ανταλλαγή προϊόντων, με τον Αμερικανό πρόεδρο να τους βλέπει ως ένα εργαλείο για το εξισορροπήσει.

Ο Ντόναλντ Τραμπ στόχευε επίσης να εξασφαλίσει επιπλέον πόρους στο ομοσπονδιακό κράτος για να αντισταθμίσει τις περικοπές φόρων.

Ωστόσο, ο Ρεπουμπλικάνος εν μέρει υποχώρησε προσθέτοντας εξαιρέσεις για ορισμένα προϊόντα, ιδίως για εκείνα που δεν μπορούν να παρασκευαστούν ή να καλλιεργηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτοί οι δασμοί χρησίμευσαν επίσης ως βάση για διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Αυτές οι συμφωνίες ορίζουν πλέον, ανάλογα με την περίπτωση, δασμούς μεταξύ 10% και 15% το ανώτερο σε προϊόντα από τις χώρες που τις έχουν υπογράψει.

Τις τελευταίες ημέρες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέες συμφωνίες με αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία, οι ηγέτες των οποίων βρέθηκαν στην Ουάσιγκτον αυτή την εβδομάδα για να παραστούν στην πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» που συγκρότησε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Ο Τραμπ επιβάλλει πρόσθετους δασμούς 10% σε όλες τις χώρες για πέντε μήνες

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα υπογράψει σήμερα ένα εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο θα επιβάλει δασμούς ύψους 10% σε όλες τις χώρες, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, προσθέτοντας ότι θα ξεκινήσει και «πολλές άλλες έρευνες», χωρίς άλλες διευκρινίσεις.

«Δεν χρειάζεται να ρωτήσω το Κογκρέσο για τους δασμούς», τόνισε, διαβεβαιώνοντας ότι τα έσοδα από τους δασμούς «θα αυξηθούν». Οι «παγκόσμιοι δασμοί» του 10%, είπε, θα ισχύσουν για πέντε μήνες και θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες.

Όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους εάν η Ουάσινγκτον θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε εντός του 2025 από τους δασμούς, απάντησε ότι δεν είναι σαφές εάν θα υπάρξουν αποζημιώσεις, «υποθέτει πως αυτό θα κριθεί από τα δικαστήρια» και ότι «η κατάληξη θα είναι ότι βρισκόμαστε στα δικαστήρια για την επόμενη πενταετία».

Ο Τραμπ είπε επίσης ότι όλες οι (εμπορικές) συμφωνίες που έχει κάνει μέχρι τώρα η κυβέρνησή του «ισχύουν», αλλά «απλώς θα πρέπει να τις κάνουμε με διαφορετικό τρόπο». Προηγουμένως ωστόσο είχε δηλώσει ότι κάποιες από τις συμφωνίες τις οποίες διαπραγματεύτηκε με βάση τον Νόμο Επειγουσών Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977 δεν ισχύουν.

Νωρίτερα, ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο λέγοντας ότι «ντρέπεται για ορισμένα μέλη του που δεν είχαν το θάρρος να κάνουν ό,τι είναι σωστό για τη χώρα μας».

«Επέδειξαν αντιπατριωτική στάση και ανυπακοή στο Σύνταγμα μας» είπε στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στον Λευκό Οίκο. «Πιστεύω ότι αυτό το Δικαστήριο επηρεάστηκε από ξένα συμφέροντα και ένα πολιτικό κίνημα που είναι πολύ μικρότερο απ’ ότι θα πίστευε ο κόσμος», πρόσθεσε.

Η απόφαση του Δικαστηρίου ελήφθη με ψήφους 6 έναντι τριών. Με το σκεπτικό της πλειοψηφίας τάχθηκαν οι συντηρητικοί δικαστές Τζον Ρόμπερτς, Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ (οι δύο τελευταίοι διορίστηκαν από τον Τραμπ στην προηγούμενη θητεία του) και οι τρεις φιλελεύθεροι Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον. Την απόφαση καταψήφισαν οι συντηρητικοί Μπρετ Κάβανο, Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο, με τον Τραμπ να επαινεί τον πρώτο από αυτούς (τον οποίο διόρισε ο ίδιος), δηλώνοντας ότι «αισθάνεται πολύ υπερήφανος για αυτόν».