Για τον ενωματάρχη του Μεταγωγών Κερκύρας

Κώστας Κούρκουλος 24 Ιουλ 2023

Με αφορμή την επέτειο για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, μαζί με τους πανηγυρικούς, μεγάλη επίσης σημασία έχουν και τα «μικρά» γεγονότα ή και οι «ηρωισμοί» της άλλης πλευράς.

Ένα τέτοιο «μικρό» γεγονός από τη δικτατορία με τον Παναγιώτη, ενωματάρχη τότε του τμήματος μεταγωγών Κέρκυρας, θεωρώ ότι οφείλω να ξαναθυμίσω.

Ήταν παραμονές Πάσχα του 1973. Με το που έφτασα για τις διακοπές του Πάσχα στο χωριό μου στην Κέρκυρα από τη Θεσσαλονίκη, κύκλωσαν το σπίτι πάνοπλοι χωροφύλακες. Εκείνη την στιγμή, με τον ψεκαστήρα στην πλάτη, ασβέστωνα τους εξωτερικούς τοίχους του σπιτιού. Γιατί τη «Λαμπριά» το σπίτι έπρεπε να λάμπει μέσα – έξω. Ήταν η μόνη χάρη που ζήταγε η μάνα μου. (Σκέφτομαι τώρα – τότε δεν το σκεφτόμουν – πώς να ένιωσε, βλέποντας τους χωροφύλακες μπροστά της να περνούν χειροπέδες στον γιό της, που μόλις είχε έρθει).

Με συνέλαβαν και την επομένη έγινε η μεταγωγή μου από Κέρκυρα στη Θεσσαλονίκη. Συνοδοί μου στην μεταγωγή ο Παναγιώτης, ενωματάρχης της χωροφυλακής και ένας ακόμη χωροφύλακας του τμήματος μεταγωγών, ο οποίος σε όλη τη διαδρομή ήταν αμίλητος. («Έχει παιδιά» μου είπε κάποια στιγμή ο Παναγιώτης «και φοβάται»).

Μετά από αψιμαχία που είχα μαζί τους ώστε να μου βγάλουν τις χειροπέδες στο φέρρυ μποτ, αφού σε όλα τα ναυάγια πνίγονταν οι κρατούμενοι που φορούσαν χειροπέδες, κάτι που πέτυχα, στον δρόμο, με τη συζήτηση, γίναμε φίλοι με τον Παναγιώτη. Η επόμενη ενέργεια ήταν να μου βγάλει οριστικά τις χειροπέδες και να μην τις ξαναφορέσω.

Από εκεί και πέρα συζητούσαμε σαν παλιόφιλοι, ξεχνώντας την σχέση φύλακα – κρατούμενου. «Δεν ξέρω τι λέτε εσείς για δημοκρατίες και τέτοια. Όμως κάτι έχω πάθει και σας συμπαθώ….», μου εξομολογήθηκε. Όπως μάλιστα κατάλαβα, δεν ήταν η περίπτωση που λένε «μην εμπιστεύεσαι χωροφύλακα».

Όταν φθάσαμε Θεσσαλονίκη, του λέω ευθέως – δεν υπήρχε άλλος τρόπος να του το πω - ότι, προτού με παραδώσουν στην Ασφάλεια, θέλω να περάσουμε από το σπίτι μου, για να καταστρέψω κάποια πράγματα. Κάτι «παλιόχαρτα» δηλαδή, του είπα. Και πήγαμε. Τα έκαψα όλα στο μπάνιο και ο Παναγιώτης φύλαγε απ' έξω!

Μετά την καταστροφή των χαρτιών – ήταν περασμένες 11 το βράδυ - πήγαμε ταβέρνα. Στον «Βλάχο», μια ταβέρνα πίσω από το Διοικητήριο που έκανε αμελέτητα. (Σκεφτόμουν μάλιστα τι θα γινόταν, αν κάποιος γνωστός με έβλεπε σε ταβέρνα με δύο χωροφύλακες, να πίνουμε και να τρώμε, περασμένα μεσάνυχτα. Κανείς δεν θα πίστευε ότι ήμουν κρατούμενος).

Μετά την ταβέρνα, ξεκινήσαμε για την ασφάλεια. Οι συνοδοί μου στον δρόμο ήταν ανήσυχοι για την τύχη μου και το έδειχναν. Προσπαθούσα εγώ να τους φτιάξω τη διάθεση, υποδυόμενος τον αδιάφορο. (Η ψυχή μου το ήξερε).

Θυμάμαι ακόμη την θλίψη του Παναγιώτη, καθώς με παρέδιδε.

Αμέσως μετά τη δικτατορία τους επισκέφτηκα στο Μεταγωγών, για να τους ευχαριστήσω. Βρήκα τον Παναγιώτη. Χαιρόταν σαν μικρό παιδί. Τότε μου εξήγησε πως δεν έκανε κάτι ιδιαίτερο για μένα, αλλά ότι τα ίδια έκανε, όταν του περνούσε από το χέρι, για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους των φυλακών της Κέρκυρας. Και μου διηγήθηκε διάφορες ιστορίες.

Π.χ. ένα περιστατικό, που το θυμάμαι ακόμη, γιατί μου έκανε εντύπωση: Ήταν κρατούμενος στην Κέρκυρα ο στρατηγός Ιορδανίδης, οποίος είχε πρόβλημα με τα μάτια του και κάθε τόσο ο Παναγιώτης τον μετέφερε σε οφθαλμίατρο για εξέταση. Σε μία από τις εξόδους, ο στρατηγός του εκμυστηρεύτηκε ότι μόλις βγει από τη φυλακή, θα ήθελε να πάει για καφέ στο Κανόνι. Οπότε ο Παναγιώτης το επέσπευσε: στην επόμενη έξοδο για τον οφθαλμίατρο, αντί να κατευθυνθεί στο οφθαλμιατρείο, τον πήγε κατευθείαν στο Κανόνι. «Διαμαρτυρήθηκε» ο στρατηγός, γιατί σκεφτόταν πως αν τους έπιαναν, ο Παναγιώτης θα είχα κακά ξεμπερδέματα. Ο Παναγιώτης όμως το επανέλαβε.

Παναγιώτη, να είσαι καλά.