O Ανδρέας Παπανδρέου μπήκε στη ζωή μου όταν ήμουν 11 ετών και με τυραννούσε έως τον θάνατο του, στα 33 μου. Αν και ο παππούς μου ήταν βουλευτής του πατέρα του και ο δικός μου πατέρας οπαδός του, εγώ όχι μόνο ουδέποτε τον υποστήριξα, αλλά για αρκετά χρόνια υπήρξα κυρίως αντιπαπανδρεϊκός -πάει να πει ψήφιζα οτιδήποτε εκτός από εκείνον (όπως π.χ. τη ΝΔ στις ευρωεκλογές του 1989 και το ΚΚΕ το 1993-1994). Θαύμαζα τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ενδιαφερόμουν για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, με συνέπαιρνε ο Λεωνίδας Κύρκος, σεβόμουν τον Χαρίλαο Φλωράκη και περίμενα τον Κώστα Σημίτη. Ο μόνος εχθρός μου ήταν ο Ανδρέας. Ως μαθητής, στο Γυμνάσιο υποστήριζα την ΕΔΗΚ και στο Λύκειο το ΚΟΔΗΣΟ. Ως φοιτητής, πέρασα γρήγορα από την εξωκοινοβουλευτική στην ανανεωτική αριστερά.
Εκτιμώ πως αυτή η ενστικτώδης απέχθεια προς τον Ανδρέα ήταν εντέλει μια ταξική αντίδραση. Αυτό που κυρίως ενοχλούσε εμάς, τις παραδοσιακές μεσοαστικές οικογένειες με υψηλό μορφωτικό κεφάλαιο και καλούτσικο εισόδημα, ήταν πως μέσω του Ανδρέα είχαν ξεβραστεί στη δημόσια σφαίρα τα μιλιούνια των φτωχών -με την αισθητική και τις αξίες τους. Όταν ο Λεωνίδας Κύρκος διεκτραγωδούσε «το ύφος και το ήθος» της παπανδρεϊκής εξουσίας, σε αυτή ακριβώς την απέχθεια έκλεινε το μάτι, ας μην κοροϊδευόμαστε. Έκφραζε πόσο ξένη φάνταζε στους εύπορους αυτή η νέα εξουσία, που χόρευε ζεϊμπέκικο στο Ηρώδειο, είχε κρίσεις νεοπλουτισμού και δεν φερόταν, ντυνόταν και τρεφόταν όπως ανέκαθεν οι κυβερνώντες. Δεν είναι τυχαίο που το 1989 ο Διονύσης Σαββόπουλος παρομοίασε τους οπαδούς του Ανδρέα με «γύφτους» που τα δύο «μεγάλα σπίτια» -η δεξιά και η αριστερά- όφειλαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να τους κατακρημνίσουν πίσω στον φυσικό τους χώρο, στα έγκατα του κοινωνικού περιθωρίου
Αυτή είναι μια παλιά αντίδραση όποτε οι sans culottes εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στην Ελλάδα τη συναντήσαμε ξανά επί ΣΥΡΙΖΑ, με τα αγγλικά του Τσίπρα, το σουλούπι του Φίλη και τις «μπουτούδες» που χόρευαν στο Σύνταγμα το βράδυ του δημοψηφίσματος. Διάβαζα πρόσφατα το «The Wild Men», για την πρώτη κυβέρνηση των Εργατικών στην Αγγλία, που δεν έκλεισε καν χρόνο το 1924. Τα ίδια Παντελάκη μου: συντηρητικοί και φιλελεύθεροι προνομιούχοι σοκάρονταν με το πώς ντύνονταν, μιλούσαν και φέρονταν οι νέοι κυβερνώντες. Η επωδός, πάντοτε ίδια: η πολιτική εξουσία είναι μόνο για ανθρώπους σαν κι εμάς, κάτω τα βρωμόχερά σας!
Ασφαλώς υπήρξαν αρνητικά στον παπανδρεϊσμό: μία προσωποπαγής εξουσία (αν και υπό την σκιά του Ανδρέα το ΠΑΣΟΚ μετεξελίχθηκε σε στιβαρό «θεσμικό» κόμμα), φραστικές υπερβολές και διοικητική τσαπατσουλιά, τα συνήθη σκάνδαλα, μια οικονομική πολιτική εκτός (νεοφιλελεύθερου) κλίματος κ.λπ. Αλλά επί Ανδρέα ανάσαναν η ελληνική επαρχία και οι φτωχογειτονιές της Αττικής, κάναμε σαν κοινωνία θεσμικά άλματα (στα δικαιώματα των γυναικών και των εργαζόμενων, στην αυτοδιοίκηση κ.λπ) και η Ελλάδα έπαιζε, δυσανάλογο προς το μέγεθος της, θετικό ρόλο στα διεθνή πράγματα.
Ο αντιπαπανδρεϊσμός μας δεν ήταν μόνο λάθος. Το χειρότερο, οφειλόταν σε λάθος λόγους. Τριάντα χρόνια μετά, νιώθω την ανάγκη να παραδεχθώ το mea culpa και να σας προειδοποιήσω: την επόμενη φορά που οι φτωχοί θα σηκώσουν κεφάλι θα σας ζητήσω να τους υποστηρίξουμε. Στο κάτω κάτω, από αυτούς και μόνο εξαρτάται αν θα ξαναβγούμε στο ξέφωτο μιας ζωής με ελευθερία, ειρήνη και ευημερία ή θα βυθιστούμε για τα καλά στον πόλεμο, την τυραννία και τη φτώχεια.