Μιλώντας στην επέτειο των 50 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ. ο Κώστας Σημίτης στην ομιλία του το 2024, είχε πει μεταξύ άλλων: «Σήμερα περισσότερο από ποτέ, ο προοδευτικός κόσμος ζητάει απαντήσεις και κυρίως μια διέξοδο για να μπορέσει να ελπίσει ξανά. Το ΠΑΣΟΚ εργάζεται γι’ αυτό αλλά οφείλει να πρωταγωνιστήσει στις εξελίξεις αυτές. Προσφέροντας το όραμα και το σχέδιο για την ανασυγκρότηση. Για την ανασυγκρότηση προς μία προοδευτική κατεύθυνση. Είναι μια ευκαιρία και οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες»
Η ομιλία αυτή είναι σήμερα ιδιαίτερα επίκαιρη, καθώς η εμφάνιση των νέων κομμάτων, κυρίως η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, φέρνουν το ΠΑΣΟΚ σε ίδιαίτερα δύκολη θέση, όχι μόνον διότι οι δημοσκοπήσεις το αποκαθηλώνουν από τη δεύτερη θέση, αλλά και επειδή αμφισβητείται ότι αποτελεί την ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση στην διακυβέρνηση της κεντροδεξιάς του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Η ομιλία του Κώστα Σημίτη έγινε την περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ είχε την καλύτερη ιστορική ευκαιρία να επανακατακτήσει τη θέση που του αξίζει στον πολιτικό σκηνικό, ως η μόνη εναλλακτική θεσμική πρόταση στην κυβέρνηση της κεντροδεξιάς.
Ήταν η περίοδος που η φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν εμφανής και η απογοήτευση των ψηφοφόρων της αύξανε συνεχώς.
Ήταν η περίοδος που ο ΣΥΡΙΖΑ ζούσε το δράμα της διάλυσής του εις τα εξ ων συνετέθη και ο Αλ. Τσίπρας είχε πάει για μετεκπαίδευση στο πολιτικό rebranding.
Την ίδια περίοδο οι δημοσκοπήσεις έδειχναν πως το ΠΑΣΟΚ κυριαρχούσε στο πολιτικό κέντρο. Έδειχναν, επίσης, ακόμη και ποσοστά που άγγιζαν το 20%
Αυτή, λοιπόν, η περίοδος ήταν η καλύτερη ευκαιρία για το ΠΑΣΟΚ, να ανακάμψει...
Τι πήγε λάθος;
Η λάθος στρατηγική ή σωστότερα, η έλειψη στρατηγικής.
Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ αγνόησε τον χώρο του πολιτικού κέντρο, χαρίζοντάς τον στον Κυρ. Μητσοτάκη.
Στράφηκε προς τα αριστερά, αλλά και εκεί με λάθος τρόπο. Αντί να προβάλλει, να προτείνει λύσεις προς τους πολίτες του χώρου αυτού, επιχείρησε να μυμηθεί τις φωνές και τον τοξικό λόγο των ακραίων, με μόνιμο μότο, «να φύγει ο Μητσοτάκης», χωρίς, ωστόσο, να ξεδιπλώνει ένα πρόγραμμα θεσμικού αντιπολλιτευτικού κόμματος, που να αποδομεί την κυβερνητική πολιτική και να οικοδομεί την δική του κυβερνητική πρόταση.
Οι όποιες αποσματικές προτάσεις, «πνίγονταν» μέσα στις κραυγές και τον οξύ λόγο... Η παρουσία του εντός και εκτός Βουλής έμοιαζε περισσότερο με καυγά που συναγωνιζόταν αυτόν την Κωνσταντοπούλου και του υπό διάλυση ΣΥΡΙΖΑ.
Έτσι, τα δημοσκοπηκά κέρδη ήταν πενιχρά για ένα κόμμα της αξιωματικής αντιπολλίτευσης
Και το χειρότερο! Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, επέτρεψε στον Χάρη Δούκα να το παγιδεύσει δύο φορές. Την πρώτη στο συνέδριο, όπου ο δήμαρχος της Αθήνας έθεσε το πλέον άκαιρο δίλημμα εάν θα συνεργαστεί ή όχι με την ΝΔ. Ένα δίλημμα το οποίο δεν πρέπει να τίθεται υπό συζήτηση σε ένα κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που διεκδικεί την εξουσία, σε μία χώρα, μάλιστα, όπου δεν υπάρχει κουλτούρα συνεργασιών.
Η δεύτερη παγίδα ήταν πρόταση Δούκα για συνεργασία με το κόμμα Τσίπρα και μάλιστα με το ενδεχόμενο αυτοδιάλυσης του ΠΑΣΟΚ.
Και όπως όλα δείχνουν θα υπάρχει συνέχεια...
Υπάρχει ελπίδα;
Μας απομένουν λίγοι μήνες πριν από τις επόμενες εκλογές και πολλοί εκτιμούν πως χάθηκε η ευκαιρία, όταν μάλιστα οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την εμφάνιση του κόμματος Τσίπρα και του κόμματος Καρυστιανού, είναι ιδιαίτερα δυσάρεστες για το ΠΑΣΟΚ.
Όμως χρειάζεται ψυχραιμία. Υπάρχει ο χρόνος για να αποκτήσει στρατηγική το ιστορικό αυτό κόμμα που πρόσφερε στη χώρα τόσα πολλά.
Μια στρατηγική που θα στοχεύει και προς το πολιτικό κέντρο με το οποίο θα πρέπει να επανασυνδεθεί και προς τα αριστερά του. Αλλά όχι ως κόμμα διαμαρτυρίας, αλλά ως κόμμα που έχει πρόγραμμα διακυβέρνησης και όραμα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα.
Να χαμηλώσει τον καταγγελτικό του λόγο και να προβάλλει στοχευμένα και συστηματικά το πρόγραμμά του, το οποίο είναι πραγματικά μια προοδευτική, σοσιαλδημοκρατική εναλλακτική πρόταση.
Και τέλος, να αποτρέψει κάθε κουβέντα περί συνεργασιών, που ούτως ή άλλως υποβιβάζει τον ρόλο του από κόμμα εξουσίας σε κόμμα συμπλήρωμα.