Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η προσπάθεια ολικής διαστρέβλωσης μίας δήλωσης είναι τόσο εμφανής, ώστε τελικά εκθέτει περισσότερο εκείνον που την επιχειρεί παρά εκείνον που την έκανε. Η πρόσφατη αντιπαράθεση ανάμεσα στην Άννα Διαμαντοπούλου και τον Χάρη Δούκα, δύο παντελώς ανόμοια πολιτικά μεγέθη, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το πρώτο ερώτημα είναι απλό: τι ακριβώς είπε η Άννα Διαμαντοπούλου που βρίσκεται εκτός γραμμής του ΠΑ.ΣΟ.Κ.;
Μήπως είναι εκτός γραμμής η θέση ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης αφορά κυρίως ένα 20% της κοινωνίας, ενώ το 80% των πολιτών δεν συμμετέχει ούτε στον παραγόμενο πλούτο, ούτε σε μία ουσιαστική αναδιανομή του; Πρόκειται για μία κριτική βαθιά κοινωνική, απολύτως συμβατή με τις αρχές της σοσιαλδημοκρατίας και με όσα πρεσβεύει διαχρονικά το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Ή μήπως είναι εκτός γραμμής η άποψη ότι η συζήτηση για κυβερνητικές συνεργασίες πριν καν εκφραστεί ο λαός διά των εκλογών συνιστά πολιτική παγίδα; Ότι ένα κόμμα που εμφανίζεται να αναζητεί συνεταίρους πριν καν ζητήσει την ψήφο των πολιτών εκπέμπει μήνυμα αδυναμίας και έλλειψης αυτοπεποίθησης;
Η Άννα Διαμαντοπούλου είπε το αυτονόητο: ότι η πρόωρη συζήτηση περί συνεργασιών ανοίγει «πόρτες και παράθυρα» για να φύγουν οι ψηφοφόροι. Και η πραγματικότητα δικαιώνει αυτή τη θέση. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν ηττοπαθή κόμματα που δείχνουν να έχουν προαποφασίσει ότι δεν μπορούν να κερδίσουν μόνοι τους την πολιτική τους μάχη και έχουν υψώσει λευκή σημαία.
Αν κάποιος ενοχλήθηκε από αυτή την παρατήρηση, είναι μάλλον επειδή αναγνώρισε τον εαυτό του μέσα στην κριτική.
Ο Χάρης Δούκας ήταν εκείνος που επέλεξε να ανοίξει πρόωρα τη συζήτηση περί συνεργασιών με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Μία λογική που αντικειμενικά οδηγεί στην υποβάθμιση της αυτόνομης πορείας του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Για πολλούς μάλιστα, πρόκειται για μια στρατηγική που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην αυτοδιάλυση και στην απορρόφηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τον κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Ακόμη πιο προβληματική υπήρξε η προσπάθεια να εμφανιστεί η Άννα Διαμαντοπούλου ως περίπου θιασώτης της κυβέρνησης της Ν.Δ.. Πρόκειται για μία διαστρέβλωση που δύσκολα αντέχει σε σοβαρή ανάγνωση των δηλώσεών της.
Η κα Διαμαντοπούλου επεσήμανε ότι η Χώρα λαμβάνει θετικές αξιολογήσεις από ευρωπαϊκούς θεσμούς, διεθνείς οργανισμούς και αγορές. Αυτό δεν αποτελεί πολιτική στήριξη της κυβέρνησης, αλλά διαπίστωση ενός υπαρκτού γεγονότος. Είναι άλλο πράγμα η αναγνώριση μίας πραγματικότητας και άλλο η πολιτική αποδοχή των συνεπειών της.
Άλλωστε, στην ίδια ακριβώς τοποθέτηση άσκησε σφοδρή κριτική στην οικονομική πολιτική της Ν.Δ., υποστηρίζοντας ότι τα οφέλη της ανάπτυξης δεν φτάνουν στη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Για να μεταφραστεί αυτή η θέση σε «φιλοκυβερνητική γραμμή» απαιτείται είτε αδυναμία κατανόησης της ελληνικής γλώσσας, είτε επιλεκτική ανάγνωση, είτε πολιτική εμπάθεια.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο ζήτημα αφορά κυρίως την ηγεσία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και δευτερευόντως τον κο Δούκα.
Είναι απορίας άξιον, πώς είναι δυνατόν η ηγεσία να τηρεί γραμμή ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε εκείνον που εξαπέλυσε την επίθεση και σε εκείνη που διατύπωσε μία άποψη απολύτως συμβατή με την αυτόνομη πορεία του κόμματος, το οποίο κυριολεκτικά ανέδειξε ως εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης, ασκώντας σφοδρή αντιπολίτευση στις πολιτικές της κυβέρνησης;
Επιπροσθέτως, πώς είναι δυνατόν να μην εξετάζεται καν το ενδεχόμενο πειθαρχικών συνεπειών απέναντι σε ένα στέλεχος που ανά σχεδόν 15 ημέρες τροφοδοτεί την εσωστρέφεια στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., όταν στο πρόσφατο παρελθόν οι αντιδράσεις ήταν αστραπιαίες απέναντι σε στελέχη που διαφοροποιήθηκαν από την ηγετική γραμμή;
Η περίπτωση της Κατερίνας Μπατζελή, η αντιμετώπιση του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου, αλλά και η σταδιακή περιθωριοποίηση, που κατέληξε στην αποχώρηση ενός ιστορικού στελέχους, όπως ο Χάρης Καστανίδης, παραμένουν νωπές στη μνήμη της παράταξης.
Τότε δεν υπήρχαν ίσες αποστάσεις. Δεν υπήρχε ουδετερότητα. Δεν υπήρχε αναζήτηση ισορροπιών. Υπήρχαν τάχιστες αποφάσεις και σαφή μηνύματα.
Γιατί λοιπόν σήμερα ισχύουν δύο μέτρα και δύο σταθμά;
Αν η ηγεσία θεωρεί ότι η Άννα Διαμαντοπούλου και ο Χάρης Δούκας έχουν την ίδια ευθύνη, οφείλει να εξηγήσει ποία ακριβώς θέση της πρώτης παραβιάζει τις αποφάσεις του κόμματος. Ποία από τις τοποθετήσεις της είναι αντίθετη στην αυτόνομη πορεία του ΠΑ.ΣΟ.Κ.; Ποία συνιστά παρέκκλιση από τη στρατηγική που έχει εγκριθεί από το συνέδριο;
Μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί πειστική απάντηση.
Αντιθέτως, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι ο Χάρης Δούκας εγκλώβισε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. μία φορά κατά την περίοδο του συνεδρίου και επιχειρεί να το εγκλωβίσει ξανά σήμερα, επαναφέροντας πρόωρα διλήμματα συνεργασιών που μόνο σύγχυση προκαλούν στην εκλογική βάση της παράταξης, αλλά και στην κοινωνία συνολικά.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει ανάγκη από καθαρό πολιτικό στίγμα, από αυτόνομη στρατηγική και από μία πειστική προοπτική εξουσίας με όραμα για το παρόν και το μέλλον της Ελλάδος. Όχι από εσωκομματικούς ανταγωνισμούς που εξυπηρετούν προσωπικές ατζέντες, ούτε από δημόσιες συζητήσεις που θολώνουν το μήνυμα της παράταξης και τη μετατρέπουν σε συμπληρωματικό εταίρο άλλων πολιτικών σχεδιασμών. Η ηγεσία οφείλει, συνεπώς, να τοποθετείται με σαφήνεια. Διότι, το να υποδύεσαι τον Πόντιο Πιλάτο, τηρώντας ίσες αποστάσεις, έχει πολιτικό νόημα μόνο όταν υπάρχει εκατέρωθεν ευθύνη μεταξύ των μερών. Όταν αυτό δεν ισχύει, η εξίσωση των δύο συνιστά υπεκφυγή, όχι πράξη ενότητας.
Συνοψίζοντας, μία παράταξη με κυβερνητικό παρελθόν που διεκδικεί την εξουσία δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά, ούτε να συγχέει την πολιτική κριτική με την προσωπική στοχοποίηση. Η αξιοπιστία της κρίνεται ακριβώς από τη συνέπεια λόγων και πράξεων, όχι από επιλεκτικές ερμηνείες και θολά μηνύματα. Οι καθαρές λύσεις και θέσεις δεν αποτελούν επιλογή αισθητικής, αλλά προϋπόθεση σοβαρότητας και πειστικότητας.