Δέκα χρόνια και έξι πρωθυπουργούς μετά το Brexit, η Βρετανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια πολύπλευρη κρίση.
Η κρίση του πολιτικού συστήματος είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Όποιος επιχειρεί να την προσεγγίσει επιφανειακά, αποσπασματικά ή αναζητώντας εύκολες αναλογίες με όσα συμβαίνουν σε άλλες χώρες, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγηθεί σε λανθασμένα συμπεράσματα.
Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το σύστημα κοινωνικών παροχών της χώρας.
Μια ανύπαντρη μητέρα με ανήλικο παιδί στο Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να εργάζεται part-time, περίπου 20 ώρες την εβδομάδα, σε ένα σούπερ μάρκετ και να έχει καθαρές αποδοχές γύρω στις £1.200 τον μήνα. Δηλαδή περίπου 50% περισσότερα από τον βασικό μισθό πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, το ενοίκιό της θα είναι επιδοτούμενο και θα πληρώνει περίπου £450 τον μήνα, ενώ το παιδί της θα φοιτά δωρεάν σε δημοτικό παιδικό σταθμό.
Επιπλέον, θα λαμβάνει περίπου £500 μηνιαίως ως ενίσχυση χαμηλόμισθου γονέα, ενώ το επίδομα τέκνου θα αυξάνει το εισόδημά της κατά ακόμη £120.
Με άλλα λόγια, εργαζόμενη μόλις 20 ώρες την εβδομάδα, θα διαθέτει στέγη, δωρεάν παιδικό σταθμό και περισσότερα από £1.300 τον μήνα για τα υπόλοιπα έξοδα διαβίωσης.
Πρόκειται για μια εικόνα που θα αποτελούσε όνειρο ακόμη και για την πιο αριστερή ή σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στην Ελλάδα.
Και εδώ αξίζει μια σημαντική διευκρίνιση: όλα αυτά δεν τα εισήγαγε η σημερινή κυβέρνηση των Εργατικών. Υπήρχαν και λειτουργούσαν κανονικά κατά τη διάρκεια δέκα ετών συντηρητικών κυβερνήσεων.
Τι άλλαξε λοιπόν;
Πρώτα απ’ όλα, οι μακροοικονομικές συνέπειες του Brexit.
Τεράστιες διεθνείς χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις με έδρα το City του Λονδίνου αποφάσισαν να μεταφέρουν μέρος ή το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στην ηπειρωτική Ευρώπη, προκειμένου να διατηρήσουν παρουσία εντός της ενιαίας αγοράς. Αυτό σήμαινε απώλεια σημαντικών φορολογικών εσόδων για το βρετανικό κράτος, αλλά και απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης και υψηλών αποδοχών.
Το Brexit μπορεί να μείωσε τη συνεισφορά του Ηνωμένου Βασιλείου στον κοινοτικό προϋπολογισμό κατά περίπου £7 δισεκατομμύρια ετησίως. Την ίδια στιγμή, όμως, τα βρετανικά προϊόντα βρέθηκαν αντιμέτωπα με νέους εμπορικούς φραγμούς στην ευρωπαϊκή αγορά, στην οποία κατευθυνόταν περίπου το μισό των εξαγωγών της χώρας. Παράλληλα, οι πρόσθετες τελωνειακές διαδικασίες αύξησαν το κόστος και για τα εισαγόμενα προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ταυτόχρονα, χάθηκαν σημαντικά ευρωπαϊκά κονδύλια και χρηματοδοτήσεις που ενίσχυαν την αγροτική παραγωγή, την έρευνα, την εκπαίδευση και την ενεργειακή μετάβαση, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στην οικονομία και την αγορά εργασίας.
Τέλος, οι περιορισμοί στην ελεύθερη μετακίνηση εργαζομένων δυσχέραναν την ανανέωση του εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα σε τομείς υψηλής εξειδίκευσης, όπως οι υπηρεσίες υγείας.
Την ίδια στιγμή, η βρετανική κοινωνία βιώνει μια παράλληλη κρίση, όχι απολύτως συνδεδεμένη με το Brexit, αλλά στενά συνυφασμένη με το πολυπολιτισμικό περιβάλλον της χώρας.
Πολλοί έσπευσαν να ερμηνεύσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ως έκφραση αυτοκρατορικής νοσταλγίας ή εθνικής αλαζονείας. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση των αποτελεσμάτων δείχνει ότι η στήριξη στο Brexit ήταν ιδιαίτερα ισχυρή τόσο στα εργατικά και χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα όσο και σε σημαντικά τμήματα μεταναστευτικών κοινοτήτων από πρώην βρετανικές αποικίες.
Για πολλούς από αυτούς, το Brexit εξέφραζε τον φόβο ότι νεοεισερχόμενοι μετανάστες από χώρες όπως η Πολωνία ή η Ρουμανία θα αποκτούσαν πρόσβαση στα ίδια κοινωνικά δικαιώματα και τις ίδιες παροχές που θεωρούσαν ήδη κατοχυρωμένα.
Ταυτόχρονα, η παραδοσιακή κοινωνική δομή της χώρας μεταβάλλεται.
Αξίες όπως ο πατριωτισμός, η χριστιανική παράδοση και η ιδιαίτερα βρετανική αντίληψη περί ελευθερίας έκφρασης και συμπεριφοράς υποχωρούν σε ορισμένες περιοχές μπροστά στην αυξανόμενη επιρροή διαφορετικών πολιτισμικών και θρησκευτικών προτύπων.
Εκκλησίες εγκαταλείπονται ή μετατρέπονται σε κατοικίες και εμπορικούς χώρους, ενώ πόλεις του παλαιού βιομηχανικού κέντρου αποκτούν ολοένα περισσότερα τζαμιά και ισλαμικά κέντρα. Παράλληλα, παραδοσιακοί κλάδοι του λιανεμπορίου και της εστίασης λειτουργούν πλέον σε μεγάλο βαθμό υπό τη διαχείριση επιχειρηματιών μεταναστευτικής προέλευσης, αρκετοί από τους οποίους προέρχονται από μουσουλμανικές κοινότητες.
Την ίδια ώρα, η ποιότητα ζωής παρουσιάζει αισθητή υποχώρηση. Το σοκ της πανδημίας, η μείωση των ξένων επενδύσεων και η γενικότερη οικονομική πίεση έχουν οδηγήσει σε λιγότερο αποτελεσματικές υπηρεσίες, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Το NHS αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, ενώ αντίστοιχα προβλήματα καταγράφονται στις μεταφορές, στη φιλοξενία και σε άλλες βασικές υπηρεσίες.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα ήρθε πριν από δύο χρόνια η σαρωτική νίκη των Εργατικών υπό τον Sir Keir Starmer.
Η εντολή που έλαβε ήταν ξεκάθαρη: αλλαγή. Μια συνολική εθνική ανανέωση. Βελτίωση της ποιότητας ζωής, ενίσχυση της οικονομίας και αποκατάσταση της εικόνας της χώρας στην Ευρώπη και τον κόσμο.
Ωστόσο, ο Starmer βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο πολέμους που επιβάρυναν σημαντικά το κόστος ενέργειας, μεταφορών και βασικών αγαθών, πέρα από τις ήδη υπάρχουσες συνέπειες του Brexit.
Πάνω απ’ όλα, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη δική του πολιτική ατολμία. Ένας έντιμος και μετριοπαθής πολιτικός, που πολλοί πίστεψαν ότι θα επαναδιατύπωνε ένα νέο εθνικό όραμα για τη Βρετανία, περιορίστηκε τελικά σε μια διαχειριστική προσέγγιση και σε μια συστηματική αποφυγή συγκρούσεων.
Την ίδια στιγμή, οι Συντηρητικοί συνεχίζουν να πληρώνουν το κόστος δεκατεσσάρων ετών διακυβέρνησης και πέντε διαφορετικών πρωθυπουργών. Το κόμμα εξακολουθεί να χάνει δυνάμεις τόσο προς τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες όσο και —κυρίως— προς το Reform UK του Nigel Farage.
Έτσι διαμορφώνεται το παράδοξο της βρετανικής πολιτικής: ένας από τους βασικούς εμπνευστές και ασφαλώς ο πιο ένθερμος υποστηρικτής του Brexit εμφανίζεται σήμερα ως ο πιθανότερος επόμενος πρωθυπουργός, καλούμενος να διαχειριστεί τις συνέπειες της ίδιας του της πολιτικής νίκης.
Εκτός αν ο Andy Burnham, πρώην δήμαρχος του Manchester και επικρατέστερος μελλοντικός ένοικος στο 10 της Downing Street, καταφέρει να ανατρέψει την έως τώρα διαγραφόμενη πορεία του Farage προς την εξουσία.
Το βέβαιο είναι ότι η Βρετανία εισέρχεται σε μια περίοδο εντονότερης πόλωσης, έχοντας να επιλέξει ανάμεσα σε δύο πιο ακραίες επιλογές. Και αυτό ίσως αποδειχθεί η σημαντικότερη συνέπεια της κρίσης: η διάβρωση της παραδοσιακής βρετανικής μετριοπάθειας και του κοινοβουλευτικού πολιτισμού που για δεκαετίες αποτελούσαν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της χώρας.