Επιτρέψτε μου να συνεχίσω τη σκέψη αυτή προσθέτοντας μια διάσταση που θεωρώ κομβική: το ΠΑΣΟΚ δεν αντιμετωπίζει μόνο στρατηγικό κενό, αντιμετωπίζει ηγεσιακό αδιέξοδο. Και αυτό δεν μπορεί να λυθεί με τακτικούς ελιγμούς.
Μια χαμένη ευκαιρία που δεν έπρεπε να χαθεί
Ο Κώστας Σημίτης, μιλώντας στην επέτειο των 50 χρόνων από την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ, είχε προειδοποιήσει με σαφήνεια: «Οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες». Η προειδοποίηση αυτή ακούστηκε, αλλά δεν ακούστηκε από εκείνους που έπρεπε. Η ηγεσία του κόμματος βρέθηκε μπροστά σε μια σπάνια ιστορική συγκυρία: ο ΣΥΡΙΖΑ διαλυόταν, η κυβέρνηση Μητσοτάκη φθειρόταν, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ΠΑΣΟΚ να αγγίζει το 20%. Και η ηγεσία επέλεξε να σπαταλήσει αυτό το προβάδισμα.
Η παγίδα της αριστερής μίμησης
Αντί να κατακτήσει το πολιτικό κέντρο – τον χώρο που ιστορικά αποτελεί την κύρια πηγή δύναμης του ΠΑΣΟΚ – η ηγεσία Ανδρουλάκη επέλεξε να στραφεί προς τα αριστερά, και μάλιστα με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: μιμούμενη τον τοξικό λόγο των ακραίων. Το μόνιμο σύνθημα «να φύγει ο Μητσοτάκης», χωρίς πρόγραμμα, χωρίς αντιπρόταση διακυβέρνησης, χωρίς κυβερνητική εικόνα, έφερε το ΠΑΣΟΚ πιο κοντά στον καυγά της Κωνσταντοπούλου παρά στην αξιοπρεπή αντιπολίτευση ενός ιστορικού κόμματος.
Τα αποτελέσματα ήταν αναμενόμενα: πενιχρά δημοσκοπικά κέρδη και διαρκής φθορά αξιοπιστίας.
Η παγίδα της αυτοδιάλυσης
Το χειρότερο όμως ήταν αλλού. Όπως επισημαίνει ο Μιχάλης Κυριακίδης στη Μεταρρύθμιση, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επέτρεψε να τεθεί στο εσωτερικό του κόμματος η πρόταση για συνεργασία με το κόμμα Τσίπρα, με ενδεχόμενο μάλιστα αυτοδιάλυσης του ΠΑΣΟΚ.
Αυτή η πρόταση δεν ήταν απλώς λανθασμένη: ήταν πολιτικά ανεύθυνη και σε βάθος ανιστόρητη.
Προσωπικά είμαι ριζικά αντίθετος σε οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Και δεν πρόκειται για τακτική εκτίμηση, πρόκειται για αρχή. Το να προτείνεις σε ένα ιστορικό κόμμα να διαλυθεί για να ενισχύσει έναν πολιτικό που, ως πρωθυπουργός, οδήγησε τη χώρα στο σκληρότερο μνημόνιο της ιστορίας της μέσω ενός απερίσκεπτου δημοψηφίσματος και με τους καταστροφικούς χειρισμούς του τότε υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη, είναι κάτι που ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αδεξιότητας. Είναι διάλυση ταυτότητας.
Το ίδιο ισχύει και για τον υπό διάλυση ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μετά την αποχώρηση Τσίπρα και τη δημιουργία του ΕΛ.ΑΣ. εμφανίζεται να χάνει γρήγορα τη συνοχή και τη λόγο ύπαρξής του.
Ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε με το ΕΛ.ΑΣ.
Καμία μορφή συνεργασίας, καμία λογική «προοδευτικού μετώπου» που στην πραγματικότητα θα υποβίβαζε το ΠΑΣΟΚ σε κόμμα-συμπλήρωμα δυνάμεων που ο κεντρώος ψηφοφόρος, δηλαδή ο φυσικός ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ, έχει ήδη απορρίψει.
Ο κίνδυνος Τσίπρα και η καπήλευση της Σοσιαλδημοκρατίας
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με το νέο κόμμα ΕΛ.ΑΣ. δεν αποτελεί ανανέωση, αποτελεί επίχρισμα. Ο πολιτικός που ευθύνεται για τη χειρότερη διαπραγματευτική αποτυχία της σύγχρονης Ελλάδας επιχειρεί rebranding χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική. Ο μανδύας αλλάζει, η ουσία παραμένει ύποπτη.
Το μεγάλο διακύβευμα για το ΠΑΣΟΚ είναι να μην επιτρέψει σε αυτή τη δύναμη να οικειοποιηθεί τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο.
Η Σοσιαλδημοκρατία δεν είναι επωνυμία που αλλάζει χέρια, είναι πολιτική φιλοσοφία με συγκεκριμένο περιεχόμενο: ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, υπεύθυνη οικονομική διαχείριση, κοινωνική συνοχή, μεταρρυθμιστική τόλμη. Αυτός είναι ο ιστορικός χώρος του ΠΑΣΟΚ, και κανένας Τσίπρας δεν έχει δικαίωμα να τον διεκδικεί.
Το ιστορικό πλαίσιο που δεν πρέπει να ξεχνάμε
Το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να συμπεριφέρεται στατικά με γνώμονα την εποχή του 1981. Ο κόσμος που γέννησε εκείνο το κίνημα έχει μεταμορφωθεί ριζικά: η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η 11η Σεπτεμβρίου, η παγκοσμιοποίηση και η ψηφιακή επανάσταση έχουν αλλάξει εκ βάθρων τις συντεταγμένες της πολιτικής. Ιδεολογίες που ηχούσαν επαναστατικές τότε ακούγονται σήμερα ανιστόρητες.
Υπάρχει όμως στην ιστορία του ΠΑΣΟΚ μια λαμπρή σελίδα που συχνά αποσιωπάται: η κυβέρνηση Κώστα Σημίτη. Η ένταξη στην Ευρωζώνη, ο εκσυγχρονισμός του κράτους, η ευρωπαϊκή προσανατολισμένη διακυβέρνηση. Αυτή είναι η παρακαταθήκη πάνω στην οποία ένα ανανεωμένο ΠΑΣΟΚ οφείλει να οικοδομήσει. Όχι ως νοσταλγία, αλλά ως θεμέλιο για μια σύγχρονη, αξιόπιστη κεντροαριστερή πολιτική.
Το μέλλον έχει όνομα
Στο πλαίσιο αυτό, η Άννα Διαμαντοπούλου αντιπροσωπεύει ό,τι πιο πειστικό μπορεί να προσφέρει σήμερα ο κεντροαριστερός χώρος. Πρώην υπουργός, πρώην Επίτροπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τεκμηριωμένη μεταρρυθμιστική σκέψη, ευρωπαϊκή εμπειρία πρώτης γραμμής και ικανότητα να μιλά τόσο στον κλασικό σοσιαλδημοκράτη όσο και στον αποχαρακτηρισμένο φιλελεύθερο του κέντρου. Δεν είναι νοσταλγία, είναι πρόταση για το μέλλον.
Ένα ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία της θα μπορούσε να απευθυνθεί ταυτόχρονα στον εργαζόμενο που ζητά κράτος δίκαιο και αποτελεσματικό, στον νέο που ονειρεύεται Ευρώπη χωρίς να νιώθει εξόριστος στη χώρα του, στον επιχειρηματία που θέλει σταθερούς κανόνες και όχι εύνοιες. Αυτό είναι το ΠΑΣΟΚ που μπορεί να κερδίσει εκλογές.
Συμπέρασμα: Το Κέντρο δεν είναι παραχώρηση – είναι η φυσική εστία
Το ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να φλερτάρει με ακραίες εκφράσεις της Αριστεράς για να επιβιώσει — πρέπει να κατακτήσει το Κέντρο για να κυβερνήσει. Όπως έκαναν τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης που σήμερα κυβερνούν ή διεκδικούν αξιόπιστα την εξουσία.
Η ευκαιρία δεν έχει χαθεί οριστικά. Αλλά απαιτεί θάρρος: ηγεσιακή ανανέωση, στρατηγική σαφήνεια και αποφασιστική άρνηση σε κάθε λογική αυτοδιάλυσης ή εξάρτησης από δυνάμεις που ανήκουν σε άλλο πολιτικό χώρο. Το ΠΑΣΟΚ οφείλει να είναι αυτό που υπήρξε στις καλύτερες στιγμές του: κόμμα εξουσίας, κόμμα προγράμματος, κόμμα της Ελλάδας του αύριο.
Γιατί, όπως σοφά υπενθύμισε ο Κώστας Σημίτης, «οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες».