Το πολιτικό σύστημα μπροστά στον καθρέφτη του

Γιάννης Μεϊμάρογλου 27 Ιουν 2026

Καθώς πλησιάζει η επίσημη κήρυξη της έναρξης της προεκλογικής περιόδου στη φετινή ΔΕΘ, το προδιαγραφόμενο μετεκλογικό αδιέξοδο γίνεται ολοένα και πιο ορατό. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει από τις εξαγγελίες και τις (αυτο)δεσμεύσεις των κομμάτων της εξουσίας με βάση και τη δημοσκοπική τους δυναμική. Μετά από μισό και πλέον αιώνα δημοκρατίας η Ελλάδα κινδυνεύει να πληρώσει το πολιτικό κόστος του σκληρού δικομματισμού όπως πλήρωσε στα χρόνια της κρίσης και το βαρύ οικονομικό του κόστος. Τα μικρά διαλείμματα των «αναγκαστικών» συγκυβερνήσεων που κράτησαν τη χώρα όρθια στα δύσκολα δεν θέλει κανείς να τα θυμάται.

Η επί δύο θητείες κυβερνώσα αυτοδύναμα Νέα Δημοκρατία δείχνει να υποτιμά το όριο της οκταετίας που ίσχυσε μέχρι σήμερα στην πολιτική κανονικότητα της μεταπολίτευσης. Ωστόσο, η κόπωση της κοινωνίας αλλά και της ίδιας της κυβέρνησης είναι παραπάνω από εμφανής. Οι - ομολογημένες και μη - αποτυχίες, οι μεταρρυθμιστικές καθυστερήσεις σε κρίσιμους τομείς της λειτουργίας του κράτους και των θεσμών σε συνδυασμό με την οσμή των σκανδάλων κλονίζουν την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, η εξάντληση της ανοχής της εσωκομματικής αντιπολίτευσης η οποία χτίζει ήδη υπερδεξιά αναχώματα στην τρίτη αυτοδυναμία, μπορεί να αποδειχθεί μοιραία.

Το ΠΑΣΟΚ, όντας επί δεκαετίες ο σοσιαλιστικός πόλος του δικομματισμού, αντί να επωφεληθεί από το κενό εμπιστοσύνης που αφήνει η διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στον κεντρώο πολιτικό χώρο, διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία στο χώρο της αποσυντιθέμενης συριζαϊκής Αριστεράς που περίμενε τον Τσίπρα ως Μεσσία. Η αυτοκτονική αυτή πολιτική επιλογή σε συνδυασμό με την άκαιρη συζήτηση που άνοιξε το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για τις μετεκλογικές συνεργασίες οδήγησε σε εσωκομματικές αναταράξεις. Η πολιτική αυτή αντιπαράθεση, πριν ακόμα εκφραστεί η λαϊκή ετυμηγορία, δεν μπορεί παρά να ωθήσει στην αμφίπλευρη απομάκρυνση ψηφοφόρων. Ότι χειρότερο δηλαδή για ένα κόμμα που φιλοδοξεί να ανασυγκροτήσει τη μεγάλη δημοκρατική παράταξη και να την οδηγήσει στη νίκη.

Με την ίδρυση της ΕΛΑΣ και την απαξίωση των πρώην συντρόφων του, ο Αλέξης Τσίπρας θέλησε να απαλλαγεί από τα «βαρίδια» στα οποία φορτώνει της καταστροφικές συνέπειες της πρωθυπουργίας του. Ταυτόχρονα, με τη νέα επίθεση στο ΠΑΣΟΚ και την προσέλκυση στελεχών του επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο μοναδικός δήθεν πολιτικός αρχηγός που μπορεί να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη μετά από τις διαδοχικές εκλογικές συντριβές του. Μπορεί η δυναμική του Αλέξη Τσίπρα να έχει χαμηλή οροφή - δεν είμαστε και η χώρα των Λωτοφάγων - ωστόσο, όπως έχει αποδείξει, είναι ικανός να χρησιμοποιήσει χωρίς κανένα δισταγμό όλα τα μέσα προκειμένου να βρεθεί ξανά στο τιμόνι της χώρας.

Σε λιγότερο από ένα χρόνο θα στηθούν οι κάλπες για μια ακόμα κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση ενώ από την 1η Ιουλίου 2027 η Ελλάδα θα αναλάβει την εξαμηνιαία προεδρία της ΕΕ σε μια δύσκολη συγκυρία όπου οι πόλεμοι στην περιοχή συνεχίζονται και η Ακροδεξιά απειλεί το δημοκρατικό μέλλον της Ευρώπης. Η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να ψηφίζει συνεχώς έως ότου αναδειχτεί εκβιαστικά μια καχεκτική αυτοδυναμία ούτε και να επιτρέψει στους εγχώριους λαϊκιστές να διαδραματίσουν ρυθμιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Το πολιτικό σύστημα θα κληθεί να διαχειριστεί με υπευθυνότητα την εντολή που θα δώσει η κάλπη.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 27/06/2026

Πηγή: www.tanea.gr