Η υπόθεση της διαρροής δεδομένων των Αποδήμων ως νέο πλήγμα στο κράτος δικαίου
Η καταδίκη κομματικών στελεχών της ΝΔ για την υπόθεση διαρροής προσωπικών δεδομένων Ελλήνων του εξωτερικού δεν αποτελεί μια ακόμη δικαστική είδηση που θα ξεχαστεί στον επόμενο κύκλο της επικαιρότητας. Πρόκειται για μια βαθιά θεσμική υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους και θέτει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τα όρια μεταξύ κράτους και κόμματος.
Οι απόδημοι Έλληνες ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της Πολιτείας να συμμετάσχουν στις εκλογικές διαδικασίες. Εμπιστεύθηκαν το ελληνικό κράτος, καταχώρησαν τα προσωπικά τους στοιχεία και πίστεψαν ότι αυτά θα προστατευθούν με βάση το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό δίκαιο και τις αρχές του κράτους δικαίου.
Το γεγονός ότι το δικαστήριο έκρινε πως υπήρξαν ποινικές ευθύνες δεν επιτρέπει πλέον σε κανέναν να μιλά για ένα απλό διοικητικό λάθος ή για μια ατυχή συγκυρία.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι άλλο, πώς είναι δυνατόν στελέχη ενός κυβερνώντος κόμματος να αποκτούν πρόσβαση ή να αξιοποιούν πληροφορίες που βρίσκονται υπό την ευθύνη κρατικών υπηρεσιών;
Σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία, το κράτος δεν είναι κομματικό λάφυρο. Οι δημόσιες υπηρεσίες δεν λειτουργούν ως προέκταση κομματικών μηχανισμών και τα μητρώα πολιτών δεν αποτελούν δεξαμενές πολιτικής επιρροής. Όταν καταρρέει αυτό το αυτονόητο όριο, τραυματίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς με υψηλό τίμημα σε πολλά επίπεδα.
Η δυνατότητα ψήφου από τον τόπο κατοικίας μας αποτέλεσε μια σημαντική μεταρρύθμιση που ενίσχυσε τη συμμετοχή μας στα κοινά. Ωστόσο, η διαρροή προσωπικών στοιχείων κινδυνεύει να δημιουργήσει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, να ενισχύσει τη δυσπιστία και την αποστασιοποίηση από τη θεσμική ζωή της χώρας.
Η κυβέρνηση Μητσοτακη έχει πολιτική ευθύνη να εξηγήσει όχι μόνο τι συνέβη αλλά κυρίως γιατί συνέβη. Ποιοι μηχανισμοί ελέγχου απέτυχαν; Ποιοι είχαν πρόσβαση στα δεδομένα; Ποιες ασφαλιστικές δικλίδες παραβιάστηκαν; Και τι έχει αλλάξει σήμερα ώστε να μην επαναληφθεί ποτέ ξανά ένα αντίστοιχο περιστατικό στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Στις ώριμες δημοκρατίες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, η πρόσβαση πολιτικών κομμάτων σε κρατικά αρχεία αποτελεί ζήτημα εξαιρετικά αυστηρής εποπτείας. Μετά το σκάνδαλο της Cambridge Analytica, οι δυτικές δημοκρατίες ενίσχυσαν περαιτέρω τα προστατευτικά τους φίλτρα, αναγνωρίζοντας ότι η κατάχρηση προσωπικών δεδομένων μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο την ιδιωτικότητα αλλά και την ίδια την εκλογική διαδικασία.
Η υπόθεση αυτή αποτέλεσε σημείο καμπής για τη διεθνή συζήτηση γύρω από την προστασία της ιδιωτικότητας και την ακεραιότητα των εκλογών. Ως απάντηση, η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησε στην υιοθέτηση αυστηρότερων κανόνων διαφάνειας και περιορισμού της πολιτικής στόχευσης μέσω προσωπικών δεδομένων που θα έπρεπε να ισχύει και στη χώρα μας.
Δυστυχώς, η υπόθεση της διαρροής των προσωπικών δεδομένων των αποδήμων επιβεβαιώνει μια βαθύτερη παθογένεια της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, την αντίληψη ότι το κράτος αποτελεί προέκταση του κομματικού μηχανισμού. Όταν κρατικά δεδομένα εμφανίζονται να αξιοποιούνται για πολιτικούς σκοπούς, όταν δημόσιες δομές λειτουργούν χωρίς επαρκείς δικλίδες προστασίας και όταν οι ευθύνες εξαντλούνται σε μεμονωμένα πρόσωπα, τότε δημιουργείται η εύλογη πεποίθηση ότι τα όρια μεταξύ κράτους και κόμματος έχουν καταστεί δυσδιάκριτα.
Η Δημοκρατία, όμως, προϋποθέτει αυστηρό διαχωρισμό γιατί τα υπουργεία δεν ανήκουν στο κυβερνών κόμμα ούτε οι δημόσιες βάσεις δεδομένων είναι κομματικά εργαλεία. Οι πολίτες δεν παραδίδουν τα προσωπικά τους στοιχεία σε μια παράταξη αλλά στην Ελληνική Δημοκρατία.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά, ιστορικά, τις πρακτικές του κομματικού κράτους με χρεωκοπία, τρία μνημόνια και μαζική μετανάστευση. Γι’ αυτό και η συζήτηση που ανοίγει η υπόθεση των αποδήμων ξεπερνά τα όρια μιας δικαστικής απόφασης. Αφορά το μοντέλο διακυβέρνησης που θέλουμε για τη χώρα μας.
Ένα κράτος στην υπηρεσία όλων των πολιτών ή ένα κράτος που λειτουργεί υπό τη σκιά κομματικών εξαρτήσεων και αδιαφάνειας;