Εκσυγχρονισμός και διαχείριση της συντήρησης: δύο διαφορετικές διαδρομές εξουσίας

Νικόλαος Τζώρτζης 30 Ιουν 2026

Στις 30 Ιουνίου 1996, ο Κώστας Σημίτης εξελέγη πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ολοκληρώνοντας μία πολιτική μετάβαση που είχε ήδη ξεκινήσει με την ανάληψη της πρωθυπουργίας έξι μήνες νωρίτερα. Δεν επρόκειτο απλώς για αλλαγή ηγεσίας, αλλά για μία βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν το ελληνικό κράτος τη διακυβέρνηση: εκσυγχρονισμός, ευρωπαϊκή σύγκλιση, θεσμική εμβάθυνση και μεγάλα έργα υποδομής. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, καθώς η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη πλησιάζει τη δική της οκταετία, η σύγκριση δεν είναι απλώς πολιτική αλλά και ιστορική, καθώς κάθε μακρά περίοδος εξουσίας κρίνεται τελικά από το τί αφήνει πίσω της.

Η οκταετία Σημίτη (1996–2004) συνδέθηκε με επιλογές που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της χώρας. Η ένταξη της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και η υιοθέτηση του ευρώ αποτέλεσαν στρατηγική τομή που εδραίωσε τη θέση της χώρας στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης και διαμόρφωσαν το πλαίσιο της οικονομικής της πορείας για τις επόμενες δεκαετίες. Παράλληλα, υλοποιήθηκε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα υποδομών που εξακολουθεί να καθορίζει την καθημερινότητα του πολίτη: η Αττική Οδός, το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος», η Εγνατία Οδός, η Γέφυρα Ρίου–Αντιρρίου και το Μετρό της Αθήνας αποτελούν ακόμη και σήμερα τη βασική υλική σπονδυλική στήλη των μεταφορών και της οικονομικής δραστηριότητας.

Την ίδια περίοδο προωθήθηκαν σημαντικές θεσμικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Η δημιουργία των Κέντρων Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) σηματοδότησε μία πραγματική επανάσταση στη σχέση κράτους και πολίτη, περιορίζοντας τη γραφειοκρατία και εισάγοντας μια νέα κουλτούρα δημόσιας διοίκησης. Παράλληλα, η καθιέρωση του ΕΚΑΣ ενίσχυσε ουσιαστικά τους χαμηλοσυνταξιούχους, αποτελώντας μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές παρεμβάσεις της εποχής. Στην εξωτερική πολιτική, η περίοδος αυτή συνδέθηκε με κορυφαίες ευρωπαϊκές εξελίξεις, όπως η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η διαμόρφωση του πλαισίου του Ελσίνκι για τις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Ιδιαίτερη θέση στην ιστορική αποτίμηση της περιόδου κατέχει και η επιτυχής προετοιμασία και διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Παρά τις αμφιβολίες που είχαν εκφραστεί διεθνώς κατά τα προηγούμενα χρόνια, η Ελλάδα παρέδωσε εγκαίρως τις απαραίτητες υποδομές και διοργάνωσε Αγώνες που αναγνωρίστηκαν διεθνώς για την οργανωτική τους αρτιότητα, αφήνοντας πίσω τους έργα που εξακολουθούν να εξυπηρετούν τη χώρα μέχρι σήμερα.

Για μεγάλο μέρος της κοινωνίας, η περίοδος εκείνη ταυτίστηκε με ανάπτυξη, αύξηση εισοδημάτων, εισροή κοινοτικών πόρων και μια γενικευμένη αίσθηση ότι η Ελλάδα πλησίαζε σταθερά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Αντίθετα, η οκταετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη χαρακτηρίζεται από μια διαφορετική αντίληψη άσκησης της εξουσίας. Παρά τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, το κυρίαρχο αποτύπωμα της περιόδου δεν συνδέεται με μία μεγάλη εθνική μεταρρύθμιση ή ένα έργο ιστορικής εμβέλειας που θα μεταβάλει τη χώρα για τις επόμενες γενιές. Αντίθετα, η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από ζητήματα καθημερινής ανεπαρκούς κυβερνητικής διαχείρισης, από την επίμονη ακρίβεια και τη στεγαστική κρίση έως τη συνεχή υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.

Καμία από τις δύο περιόδους δεν υπήρξε απαλλαγμένη από υποθέσεις που δοκίμασαν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Η διαφορά, ωστόσο, δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη σκανδάλων ή καταγγελιών, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί λειτούργησαν για τη διερεύνησή τους και την απόδοση ευθυνών. Στη σημερινή περίοδο, οι αποκαλύψεις για τις υποκλοπές, οι υποθέσεις που αφορούν τον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι καταγγελίες για αδιαφανείς διαδικασίες στη διαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων, η διόγκωση του «επιτελικού» κράτους με εκτεταμένη εξάρτηση από μετακλητούς και συμβούλους, καθώς και ο τρόπος διαχείρισης της τραγωδίας των Τεμπών, διαμόρφωσαν την εικόνα μιας κυβέρνησης που, κατά την άποψη σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης, δοκιμάστηκε περισσότερο στο πεδίο της θεσμικής λογοδοσίας, παρά της μεταρρυθμιστικής αποτελεσματικότητας. Η ιστορική αποτίμηση κάθε κυβέρνησης δεν εξαρτάται μόνο από το έργο που παράγει, αλλά και από την εμπιστοσύνη που αφήνει πίσω της προς τους θεσμούς.

Αν η περίοδος Σημίτη ταυτίστηκε με τον εκσυγχρονισμό, τις μεγάλες εθνικές επιλογές και έργα που εξακολουθούν να υπηρετούν τη χώρα, η περίοδος Μητσοτάκη κινδυνεύει να καταγραφεί ως μια περίοδος κυριαρχίας της επικοινωνιακής διαχείρισης, χωρίς αντίστοιχες τομές που να μεταβάλλουν ουσιαστικά την αναπτυξιακή και θεσμική φυσιογνωμία της Ελλάδας. Η διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας αποτελεί αναμφίβολα σημαντικό στοιχείο κάθε διακυβέρνησης, δύσκολα όμως αρκεί από μόνη της για να συγκροτήσει ιστορική παρακαταθήκη όταν δεν συνοδεύεται από βαθιές θεσμικές τομές, εμβληματικά έργα και ουσιαστική ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

Η Ιστορία δεν αξιολογεί κυβερνήσεις με βάση την ένταση της επικοινωνιακής τους παρουσίας ούτε από τον αριθμό των εξαγγελιών τους. Τις αξιολογεί με βάση όσα εξακολουθούν να υπηρετούν τη χώρα δεκαετίες μετά το τέλος της θητείας τους. Και όσο περνούν τα χρόνια, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος διαχειρίστηκε αποτελεσματικότερα την επικαιρότητα, αλλά ποιος άφησε πίσω του έργο, θεσμούς και επιλογές που εξακολουθούν να καθορίζουν την πορεία της Ελλάδος.

Σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει και ένα ακόμη ερώτημα που αφορά όχι μόνο τις κυβερνήσεις αλλά και τα ίδια τα κόμματα εξουσίας. Το σημερινό ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένο από τη δική του ιστορική διαδρομή και τα απτά αποτελέσματα προηγούμενων περιόδων διακυβέρνησης. Η πολιτική του ταυτότητα συνδέεται με συγκεκριμένα έργα, κοινωνικές πολιτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν τη χώρα. Η ανάδειξη αυτής της παρακαταθήκης δεν αποτελεί απλώς άσκηση ιστορικής μνήμης. Αποτελεί προϋπόθεση για να πείσει ότι διαθέτει ένα σύγχρονο, αξιόπιστο και ρεαλιστικό σχέδιο διακυβέρνησης για το μέλλον.

Συνοψίζοντας, η πολιτική δεν κρίνεται από τον αριθμό των εξαγγελιών ή την ένταση της επικαιρότητας, αλλά από το αποτύπωμα που αφήνει στον χρόνο. Το πραγματικό κριτήριο είναι ποια έργα, ποιες επιλογές και ποιοι θεσμοί εξακολουθούν να υφίστανται όταν οι κυβερνήσεις έχουν ήδη περάσει στην ιστορία. Σε αυτό το μέτρο, η συγκυρία υποχωρεί και μένει μόνο η Ιστορία.