Συνεννόηση απέναντι στον επερχόμενο γύψο της ακυβερνησίας

Γιάννης Χοχλακάκης 01 Ιουλ 2026

Η σταθερότητα δεν είναι συντηρητικό σύνθημα ούτε αυτοσκοπός της εξουσίας. Είναι προϋπόθεση προόδου. Είναι ο αναγκαίος όρος για να μπορεί μια χώρα να σχεδιάζει, να μεταρρυθμίζεται, να προσαρμόζεται στις διεθνείς εξελίξεις και να ενισχύει τη θέση της σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον ανταγωνισμού και γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

Η Ελλάδα γνώρισε με επώδυνο τρόπο τις συνέπειες της πολιτικής αδυναμίας και της αναβλητικότητας. Γνώρισε το κόστος των χαμένων ευκαιριών, της καθυστέρησης στις αναγκαίες αλλαγές και της επικράτησης μιας κουλτούρας που αντιμετώπιζε τον συμβιβασμό ως αδυναμία και τη συναίνεση ως πολιτική ήττα. Η εμπειρία της κρίσης απέδειξε ότι οι κοινωνίες δεν οδηγούνται σε αδιέξοδο μόνο από λανθασμένες επιλογές, αλλά και από την αδυναμία λήψης αποφάσεων.

Οι τελευταίες δημοσκοπικές τάσεις και η ενίσχυση δυνάμεων διαμαρτυρίας υπενθυμίζουν ότι η χώρα δεν έχει ακόμη θωρακιστεί οριστικά απέναντι στις παλιές παθογένειες του κατακερματισμού και του πολιτικού καταγγελτισμού. Η επόμενη εκλογική αναμέτρηση μπορεί να μην οδηγήσει σε μια νέα ισορροπία, αλλά σε μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας, διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων και δυσκολίας συγκρότησης σταθερών κυβερνητικών πλειοψηφιών.

Η ακυβερνησία δεν εκδηλώνεται απαραίτητα ως θεσμική κρίση. Συχνά εγκαθίσταται αθόρυβα. Εκφράζεται μέσα από τη διαρκή αναβολή αποφάσεων, τη στασιμότητα στη δημόσια διοίκηση, την επιβράδυνση των επενδύσεων, την αδυναμία εφαρμογής μεταρρυθμίσεων και τη συρρίκνωση του στρατηγικού ορίζοντα μιας χώρας. Είναι ένας ιδιότυπος γύψος που δεν καταργεί τους θεσμούς, αλλά περιορίζει την αποτελεσματικότητά τους και υπονομεύει τη δυνατότητα συλλογικού σχεδιασμού.

Σε μια εποχή κατά την οποία η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τις αμυντικές της δυνατότητες, η διεθνής οικονομία ανασυντάσσεται, οι ενεργειακές ισορροπίες μεταβάλλονται και οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται, η Ελλάδα δεν διαθέτει την πολυτέλεια να παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν διαρκή εκλογικό κύκλο. Οι μεγάλες μεταβάσεις απαιτούν πολιτική συνέχεια, θεσμική αξιοπιστία και κυβερνητική αντοχή.

Η συνεννόηση, επομένως, δεν αποτελεί παραχώρηση αρχών ούτε προσπάθεια εξάλειψης των πολιτικών διαφορών. Αποτελεί στοιχείο πολιτικής ωριμότητας. Προϋποθέτει την αναγνώριση ότι υπάρχουν στρατηγικές επιλογές που δεν μπορούν να αμφισβητούνται κάθε τέσσερα χρόνια: η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, η δημοσιονομική υπευθυνότητα, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η αξιολόγηση στο κράτος, η αναβάθμιση της εκπαίδευσης, η προσέλκυση επενδύσεων και η παραγωγική ανασυγκρότηση.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα οικοδομήθηκε συχνά πάνω σε αντιθέσεις που λειτούργησαν ως μηχανισμοί πολιτικής κινητοποίησης. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι προκλήσεις δεν αντιμετωπίζονται με την αναβίωση παλαιών διαιρετικών γραμμών, ούτε με τη συστηματική επένδυση στη διαμαρτυρία. Αντιμετωπίζονται με σχέδιο, μεταρρυθμίσεις και θεσμούς που λειτουργούν ανεξάρτητα από τις κυβερνητικές εναλλαγές.

Το πραγματικό δίλημμα των επόμενων ετών δεν θα είναι απλώς ποιος θα κυβερνήσει, αλλά αν η χώρα θα διατηρήσει την ικανότητα να κυβερνάται αποτελεσματικά. Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται μόνο από τις αυταρχικές εκτροπές. Δοκιμάζεται και όταν αδυνατεί να παράγει αποφάσεις, να εξασφαλίζει συνέχεια πολιτικής και να διαμορφώνει τις συναινέσεις που απαιτούν οι μεγάλες εθνικές επιλογές.

Ο επερχόμενος γύψος της ακυβερνησίας δεν είναι αναπόφευκτος. Μπορεί να αποτραπεί μόνο εφόσον διαμορφωθεί μια νέα κουλτούρα πολιτικής ευθύνης, η οποία θα αναγνωρίζει ότι η σταθερότητα δεν είναι εμπόδιο στην πρόοδο, αλλά η απαραίτητη συνθήκη για να καταστεί η πρόοδος εφικτή.