Η αγορά καυσίμων στην Ελλάδα αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς η παραβατικότητα μπορεί να γίνει δομικό στοιχείο ενός κλάδου.
Παρά την τεχνολογική πρόοδο, τα συστήματα εισροών εκροών, τις ψηφιακές αντλίες υψηλής ακρίβειας και τις δυνατότητες συνεχούς διασταύρωσης δεδομένων, η πραγματικότητα παραμένει αμετάβλητη. Σύμφωνα με έρευνες ένα στα τέσσερα πρατήρια στην Αττική και ένα στα πέντε στη Θεσσαλονίκη εμφανίζουν προβληματικές ενδείξεις. Πρόκειται για μια «μαύρη τρύπα» εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που δεν αφορά μόνο την οικονομία.
Αφορά την αξιοπιστία των θεσμών, την ισονομία στην αγορά και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος.
Ο οδηγός δεν μπορεί να αντιληφθεί την απώλεια. Μερικά εκατοστά του λίτρου σε κάθε ανεφοδιασμό δεν γίνονται αισθητά. Όμως όταν αυτή η πρακτική επαναλαμβάνεται καθημερινά σε χιλιάδες συναλλαγές, η ζημιά γίνεται τεράστια:
Οικονομικές επιπτώσεις για τους καταναλωτές. Ετήσια απώλεια 50–150 ευρώ ανά οδηγό, ανάλογα με τη χρήση. Αύξηση του πραγματικού κόστους μετακίνησης. Αίσθηση αδικίας και αδυναμίας προστασίας.
Οικονομικές επιπτώσεις για το Δημόσιο. Απώλεια εσόδων από ΦΠΑ και ΕΦΚ. Μείωση φορολογητέας ύλης λόγω «μαύρου χρήματος». Εκτιμώμενη ζημιά 300–500 εκατ. ευρώ ετησίως.
Επιπτώσεις στην αγορά. Ο νομοταγής πρατηριούχος τιμωρείται. Ο παραβάτης αποκτά ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η αγορά λειτουργεί με στρεβλώσεις που αποθαρρύνουν την υγιή επιχειρηματικότητα.
Το παράδοξο: οι ίδιες οι εταιρείες ζητούν αυστηρότερους ελέγχους
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι οι εταιρείες που προμηθεύουν καύσιμα στους πρατηριούχους επισημαίνουν οι ίδιες το πρόβλημα. Ζητούν αυστηρότερους ελέγχους, γιατί γνωρίζουν ότι η παραβατικότητα υπονομεύει την αξιοπιστία του προϊόντος τους και διαβρώνει την αγορά. Όταν ο ίδιος ο κλάδος ζητά περισσότερη εποπτεία, αλλά η εποπτεία δεν έρχεται, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό.
Οι αρμόδιοι φορείς είναι γνωστοί, ΑΑΔΕ, ΣΔΟΕ, Υπουργείο Ανάπτυξης, Υπουργείο Ενέργειας. Η τεχνολογία υπάρχει. Τα δεδομένα υπάρχουν. Οι παραβάσεις εντοπίζονται. Κι όμως, οι έλεγχοι δεν γίνονται με τη συχνότητα και την αυστηρότητα που απαιτείται.
Και εδώ εμφανίζεται το δυσάρεστο αλλά υπαρκτό φαινόμενο του πολιτικού κόστους. Οι παραβάτες δεν είναι λίγοι, είναι οργανωμένοι, πιέζουν, αντιδρούν. Οι πολίτες που ζημιώνονται είναι διάσπαρτοι και σιωπηλοί. Η κυβέρνηση φαίνεται να φοβάται τη σύγκρουση με μια επαγγελματική ομάδα που μπορεί να δημιουργήσει θόρυβο, ενώ η προστασία των πολιτών δεν αποφέρει άμεσο πολιτικό όφελος. Αυτό όμως, δεν είναι δικαιολογία. Είναι αποτυχία διακυβέρνησης.
Η κοινωνική διάσταση: η απογοήτευση γίνεται πολιτικό γεγονός
Η κοινωνία βλέπει ότι η τεχνολογία υπάρχει, οι παραβάσεις εντοπίζονται, οι εταιρείες ζητούν ελέγχους, οι πολίτες πληρώνουν το κόστος, η εθνική οικονομία χάνει έσοδα και παρ’ όλα αυτά η πολιτεία διστάζει. Αυτό δημιουργεί μια βαθιά απογοήτευση. Όχι απέναντι σε ένα κόμμα, αλλά απέναντι στην ίδια την ιδέα ότι το κράτος μπορεί να προστατεύσει τον αδύναμο από τον ισχυρό. Η παραβατικότητα στα πρατήρια δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας.
Προτάσεις πολιτικής για πραγματική εξυγίανση
1. Αυτόματη διασταύρωση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Κάθε παράδοση καυσίμου να ελέγχεται αυτόματα με τα δεδομένα της αντλίας. Αποκλίσεις >1% να ενεργοποιούν άμεσο έλεγχο.
2. Δημόσια λίστα παραβατικών πρατηρίων. Όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Η διαφάνεια είναι το ισχυρότερο αντικίνητρο. Ο καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει τους παραβάτες για να μπορεί να προστατευτεί.
3. Αφαίρεση άδειας σε υποτροπές. Όχι απλώς πρόστιμα. Η αγορά πρέπει να καταλάβει ότι η παραβατικότητα δεν είναι «κόστος λειτουργίας».
4. Ενίσχυση ΑΑΔΕ και ΣΔΟΕ με τεχνικούς ελεγκτές. Η τεχνολογία υπάρχει, αλλά χρειάζονται άνθρωποι που να μπορούν να την αξιοποιούν.
5. Υποχρεωτική ψηφιακή πιστοποίηση αντλιών. Κάθε επέμβαση να καταγράφεται και να ελέγχεται.
6. Στοχευμένοι έλεγχοι με “μυστικούς καταναλωτές”. Δειγματοληπτικοί έλεγχοι σε πρατήρια υψηλού κινδύνου.
7. Πλήρης αξιοποίηση του συστήματος εισροών εκροών. Όχι απλώς εγκατάσταση, αλλά ενεργή χρήση.
Η παραβατικότητα στα πρατήρια καυσίμων δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Είναι πρόβλημα πολιτικής βούλησης και θεσμικής αξιοπιστίας. Μια κοινωνία που πληρώνει αόρατες απώλειες καθημερινά, χωρίς να προστατεύεται, δεν μπορεί να εμπιστευτεί το κράτος. Και μια κυβέρνηση που φοβάται το πολιτικό κόστος περισσότερο από την προστασία των πολιτών, αποτυγχάνει στο βασικό της καθήκον που είναι να υπερασπίζεται το δημόσιο συμφέρον.
Κάπου πρέπει να μπει ένα τέλος. Όχι στην παραβατικότητα μόνο, αλλά στην ιδέα ότι η κοινωνία πρέπει να τη συνηθίσει. Γιατί όταν το κράτος διστάζει να συγκρουστεί με οργανωμένα συμφέροντα, όταν η πολιτική βούληση λυγίζει μπροστά στο πολιτικό κόστος, όταν η τεχνολογία μένει ανενεργή και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί υπολειτουργούν, τότε η παραβατικότητα δεν είναι απλώς μια παθογένεια της αγοράς. Είναι μια ήττα της δημοκρατίας.
Και αυτή η ήττα δεν είναι αφηρημένη. Τη ζει ο πολίτης στο πορτοφόλι του, ο νομοταγής επαγγελματίας στην επιχείρησή του, η οικονομία στην ανάπτυξή της, η κοινωνία στην εμπιστοσύνη της προς τους θεσμούς. Η ανοχή δεν είναι ουδετερότητα. Η ανοχή είναι επιλογή. Και η επιλογή αυτή έχει κόστος. Κόστος που πληρώνουν οι πολλοί για να ωφελούνται οι λίγοι. Γι’ αυτό ο αγώνας για καθαρή αγορά καυσίμων δεν είναι τεχνικός, δεν είναι λογιστικός, δεν είναι διοικητικός. Είναι πολιτικός και κοινωνικός. Είναι αγώνας για ισονομία, για διαφάνεια, για αξιοπρέπεια. Είναι αγώνας για ένα κράτος που δεν φοβάται να προστατεύσει τους πολίτες του.
Η κοινωνία έχει κουραστεί να πληρώνει αόρατες απώλειες. Έχει κουραστεί να ακούει υποσχέσεις χωρίς πράξεις. Έχει κουραστεί να βλέπει την παραβατικότητα να επιβιώνει επειδή κάποιοι φοβούνται το κόστος της σύγκρουσης. Και αυτή η κούραση μπορεί, και πρέπει, να γίνει δύναμη. Δύναμη διεκδίκησης, πίεσης, απαίτησης. Δύναμη που θα επιβάλει το αυτονόητο, ότι η νομιμότητα δεν είναι διαπραγματεύσιμη και η προστασία του πολίτη δεν είναι θέμα πολιτικού υπολογισμού.
Γιατί στο τέλος, η κοινωνία δεν ζητά κάτι υπερβολικό. Ζητά το στοιχειώδες, να μην πληρώνει το τίμημα της αδράνειας, να μην φοβάται ότι εξαπατάται, να μην νιώθει μόνη απέναντι στην βαρβαρότητα της παραβατικότητας. Και αυτό δεν είναι αίτημα. Είναι δικαίωμα.
ΠΗΓΕΣ / ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΑΔΕ. (2023). Ετήσια έκθεση για την παραβατικότητα στην αγορά καυσίμων.
ΣΔΟΕ. (2022). Έκθεση για το λαθρεμπόριο καυσίμων και τις οικονομικές επιπτώσεις.
Υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων. (2023). Αποτελέσματα ελέγχων πρατηρίων καυσίμων.
Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ). (2023). Μελέτη για την ακρίβεια παραδόσεων καυσίμων σε πρατήρια της Αττικής και Θεσσαλονίκης. Εκπονήθηκε για τον Σύνδεσμο Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ).
ΙΟΒΕ. (2022). Η αγορά καυσίμων στην Ελλάδα: Δομή, στρεβλώσεις και επιπτώσεις στη φορολογική συμμόρφωση.
OECD. (2020). Energy market transparency and regulatory enforcement: Country comparisons.
European Commission. (2023). EU Energy Markets Report.
World Bank. (2022). Worldwide Governance Indicators: Regulatory quality and rule of law (Greece). World Bank Group.