Όλα μπορεί να τα περιμένει κανείς μέσα στο ακραίο τοξικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί μερικούς μήνες πριν τις εθνικές εκλογές. Ωστόσο, δύσκολα θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η τραγική είδηση για το θάνατο μιας γυναίκας-θύματος τυφλής τρομοκρατικής ενέργειας θα έδινε το έναυσμα για πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Από τη στιγμή μάλιστα που η καταδίκη της τρομοκρατίας από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο είναι ομόφωνη και απόλυτη.
Η δολοφονική επίθεση κάθε άλλο παρά κεραυνός εν αιθρία ήταν. Τα μαύρα σύννεφα της «νέας τρομοκρατίας» μαζεύονται εδώ και καιρό στον ουρανό της χώρας, για όσους τουλάχιστον δεν θέλουν να κρύβονται πίσω από ιδεοληψίες και προσχήματα ή να επαναπαύονται αυτάρεσκα στο έργο τους. Μόνο τις τελευταίες μέρες γίναμε μάρτυρες μιας αντισιωνιστικής περιπολίας των κατάλληλα εξοπλισμένων ταγμάτων εφόδου του Ρουβίκωνα καθώς και τραμπούκικων ενεργειών στο σπίτι και τη γειτονιά του περιφερειάρχη Αττικής.
Είναι κρίμα το γεγονός ότι, δυστυχώς, έπρεπε να θρηνήσουμε ανθρώπινο θύμα για να ευαισθητοποιηθούν τα κομματικά αντανακλαστικά και να υπάρξει καταδίκη των εγκληματιών. Ακόμα και σε αυτήν όμως την περίπτωση η καταδίκη συνοδεύτηκε με πολιτικές - και όχι μόνο - αντεγκλήσεις. Ποιοι περιμένουν άραγε να επωφεληθούν από ένα φρικτό τρομοκρατικό πλήγμα που δεν διστάζει να στερήσει ακόμα και την ανθρώπινη ζωή; Πόσο ακόμα θα επιτρέψουμε στον διχαστικό λόγο να πληγώνει και να διαιρεί την κοινωνία;
Είναι ώρα να συνειδητοποιήσουμε ότι η δημοκρατία, τα αγαθά της οποίας απολαμβάνουμε σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, δεν είναι δεδομένη και ότι οι εχθροί της καιροφυλαχτούν σε κάθε βήμα για να την υπονομεύσουν, ακόμα και να την δολοφονήσουν. Από το έγκλημα της Θεσσαλονίκης δεν θα υπάρξουν νικητές και ηττημένοι. Ηττημένοι είμαστε όλοι και κυρίως η δημοκρατία. Χωρίς αυτήν το όποιο αποτέλεσμα των προσεχών εκλογών θα είναι υποθηκευμένο στην τρομοκρατία και τον ακραίο λαϊκισμό.