Βγαίνει το χρονοδιάγραμμα;

Σταύρος Μ. Θεοδωράκης 03 Ιουλ 2026

Μια άσκηση χρονοπρογραμματισμού με αφετηρία τη δημόσια δήλωση του Πρωθυπουργού για εκλογές την άνοιξη του 2027.

Σε συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου, τον Ιούνιο του 2026, ο Πρωθυπουργός δήλωσε ότι οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, ώστε η νέα κυβέρνηση να διαθέτει τον αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας πριν από την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα την 1η Ιουλίου 2027.

Η δήλωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Στο ισχύον συνταγματικό πλαίσιο, μετά την αναθεώρηση του 1986, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν διαθέτει ουσιαστική πολιτική ευχέρεια να αρνηθεί πρόταση της κυβέρνησης για διάλυση της Βουλής σύμφωνα με το άρθρο 41 του Συντάγματος. Στην πράξη, επομένως, ο χρόνος των εκλογών καθορίζεται από τον εκάστοτε Πρωθυπουργό που διαθέτει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Αξίζει λοιπόν να εξεταστεί τι συνεπάγεται στην πράξη η επιλογή της «άνοιξης του 2027».

Για τις ανάγκες της παρούσας ανάλυσης επιλέγεται ως ημερομηνία εκλογών η Κυριακή 4 Απριλίου 2027.

Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί πρόβλεψη της ημερομηνίας των εκλογών. Επιλέγεται επειδή βρίσκεται στην αρχή της άνοιξης και αποφεύγει την εβδομάδα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου, κατά την οποία δύσκολα θα μπορούσε να κορυφώνεται η προεκλογική εκστρατεία.

Με βάση την ημερομηνία αυτή γίνονται οι ακόλουθες εύλογες παραδοχές:

Οι βουλευτικές εκλογές διεξάγονται πάντοτε Κυριακή.
 

Μεταξύ δύο διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων μεσολαβούν τουλάχιστον σαράντα ημέρες, χρόνος απαραίτητος για την ολοκλήρωση των συνταγματικών διαδικασιών.
 

Ο σχηματισμός και η ορκωμοσία κυβέρνησης ολοκληρώνονται πέντε ημέρες μετά από την εκλογική αναμέτρηση που την εξέλεξε.

Αν από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση της 4ης Απριλίου προκύψει κυβέρνηση, αυτή ορκίζεται στις 9 Απριλίου 2027 και διαθέτει 83 ημέρες μέχρι την 1η Ιουλίου για την προετοιμασία της χώρας ενόψει της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αν δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός κυβέρνησης, εφαρμόζονται οι διαδικασίες του άρθρου 37 του Συντάγματος, ακολουθούν δεύτερες εκλογές και η κυβέρνηση που θα προκύψει ορκίζεται στις 21 Μαΐου 2027. Ο διαθέσιμος χρόνος προετοιμασίας περιορίζεται τότε σε 41 ημέρες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Μεγάλη Εβδομάδα και το Ορθόδοξο Πάσχα του 2027, το οποίο εορτάζεται στις 2 Μαΐου, δεν επηρεάζουν ούτε την πρώτη ούτε τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση σύμφωνα με τις παραδοχές της παρούσας ανάλυσης.

Αν ούτε η δεύτερη εκλογική αναμέτρηση οδηγήσει σε σχηματισμό κυβέρνησης, ακολουθεί τρίτη εκλογική αναμέτρηση στις 27 Ιουνίου 2027. Με τις ίδιες παραδοχές, η κυβέρνηση που θα προκύψει ορκίζεται στις 2 Ιουλίου 2027, δηλαδή μετά την ημερομηνία κατά την οποία η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανάλυση αυτή δεν επιχειρεί να προβλέψει πότε θα διεξαχθούν οι εκλογές ούτε να αξιολογήσει τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης.

Εξετάζει αποκλειστικά τις χρονικές συνέπειες που προκύπτουν από τη δημόσια δήλωση του Πρωθυπουργού και από την εφαρμογή των συνταγματικών διαδικασιών σε τρία διαφορετικά εκλογικά σενάρια.

Η άσκηση αυτή δεν οδηγεί από μόνη της σε ασφαλή πολιτικά συμπεράσματα.

Γεννά όμως ορισμένα εύλογα ερωτήματα.

Βγαίνει πράγματι το χρονοδιάγραμμα που προκύπτει από τη δήλωση του Πρωθυπουργού;

Αν όχι, σημαίνει αυτό ότι οι εκλογές θα πρέπει να πραγματοποιηθούν νωρίτερα από την άνοιξη του 2027;

Ή μήπως ο σχεδιασμός της κυβέρνησης βασίζεται στην παραδοχή ότι θα σχηματιστεί κυβέρνηση ήδη από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση;

Και, τέλος, εφόσον στον δημόσιο διάλογο εκφράζεται ευρέως η εκτίμηση ότι ενδέχεται να απαιτηθούν δύο ή και περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις, έχουν κάτι να σκεφτούν για το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα τα κόμματα της αντιπολίτευσης;

Πρόκειται για ερωτήματα που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει να απασχολήσουν τον δημόσιο διάλογο.