Όταν ένας πόνος γίνεται «αιώνιος»!

Γιώργος Ουρανός 02 Ιουλ 2026

Όλοι μας κλαίγαμε το παλληκάρι που είχε χαθεί. Σε όλους μας όμως, θα έμενε και σαν θύμηση που δεν σβήνει, η εικόνα εκείνου του πατέρα, που η ζωή του άγγιζε το όριο μεταξύ της ύπαρξης και της ανυπαρξίας του.

Το τραγικό γεγονός

Είναι η πρώτη φορά στη δεκάχρονη διαδρομή της γραφής μου, που σκέφτηκα να εκφραστώ σε πρώτο πρόσωπο. Αυτό το αποφάσισα, επειδή συγκλονίστηκα τόσο πολύ, με όσα σπαραχτικά συνέβηκαν όπως τα εξιστορώ παρακάτω και θεώρησα ότι έτσι θα τα διηγιόμουνα με περισσότερη ειλικρίνεια. Πρόσφατα, βίωσα μια τραγική ανθρώπινη δοκιμασία, όπου άτομο από φιλική μου οικογένεια, άφησε την τελευταία του πνοή, μετά από ένα βαρύ καρδιακό επεισόδιο, όπως και οι γιατροί αποφάνθηκαν. Η τρομακτική όμως διάσταση αυτού που συνέβει, ήταν το ότι ο άνθρωπος που χάθηκε ήταν ένα παλληκάρι στην ηλικία των τριάντα χρόνων, αφήνοντας πίσω του τη σύντροφό του, ακόμη μικρότερή του στην ηλικία και τρία πολύ μικρά παιδιά!

Ο ύστατος αποχαιρετισμός

Η θρησκευτική τελετή του ύστατου αποχαιρετισμού, έγινε στην εκκλησία του μικρού τους χωριού, στην κεντρική ορεινή Κρήτη. Ένα πλήθος από πολλές εκατοντάδες συγγενείς, φίλους και γνωστούς συγκεντρώθηκε στην εκκλησία για να τον αποχαιρετήσει. Μια μικρή λαοθάλασσα από μαυροντυμένες και μαυροντυμένους ανθρώπους πλημμύρισε τα στενά δρομάκια του χωριού γύρω από την εκκλησία, λες και ήταν ένα βαθιά σκούρο κινούμενο σύννεφο που περικύκλωνε τον χώρο. Τραγικά πρόσωπα στην συνοδεία ήταν, η σύντροφος του παλληκαριού και η χαροκαμένη μάνα του. Οι οιμωγές τους και οι σπαρακτικές τους φωνές έσκιζαν την απόλυτα βουβή ατμόσφαιρα λες και ήταν οι σπαρακτικές κραυγές ενός πληγωμένου γερακιού. Σε αντίθεση, όλο το υπόλοιπο πλήθος ήταν τόσο βουβό, που σε έκανε να αμφιβάλει, αν ήταν άνθρωποι, ή μαυροντυμένα είδωλα, όταν το παρατηρούσες από μακριά. Η απόλυτη αυτή σιωπή τους, μαρτυρούσε τη βαθιά τους ενσυναίσθηση για ό,τι τραγικό είχε συμβεί.

Το τραγικό πρόσωπο

Όμως, σε όλο αυτό το αβάσταχτο συναισθηματικά τοπίο, υπήρχε και μια τραγικότερη ανθρώπινη φιγούρα που ξεχώριζε από όλους τους υπόλοιπους γύρω του. Στο πρόσωπό του, είχε ζωγραφιστεί η έκφραση της απέραντης θλίψης! Τόσης που ξεπερνούσε κάθε όριο! Στη θωριά του, αποτυπώνονταν τόσος πόνος, που ούτε ο καλύτερος ζωγράφος θα μπορούσε να τον περάσει στην παλέτα του. Θάλεγες πως η μορφή του, ήταν η προσωποποίηση της θλίψης και του πόνου. Αυτός, ήταν ο πατέρας του παλληκαριού. Η ψυχική και η σωματική του κατάρρευση ήταν τόσο απέραντη, που απορούσε κανείς, όπως τον έβλεπε, πώς ο άνθρωπος αυτός…. είχε ακόμη πνοή! Ωστόσο τις ανύπαρκτες σωματικές του δυνάμεις, τις αναπλήρωναν δυό ρωμαλέοι άνδρες που τον υποβάσταζαν.

Ένα σκηνικό, όπως και στην Ιλιάδα

Το σκηνικό, όπου ο υποβασταζόμενος πατέρας, προχωρούσε μέσα στο πλήθος ωσάν μια άϋλη, σκοτεινή ύπαρξη, ήταν αδύνατον να περιγραφεί! Αλλά ούτε και σε καμιά φαντασία ανθρώπου θα μπορούσε να χωρέσει. Μπορούσες μόνο να την δεις ! Ένα τέτοιο πατρικό πόνο είχε στο νου του και ο Όμηρος στην Ιλιάδα, όταν περιέγραφε το σκηνικό με τον γέροντα βασιλιά, τον Πρίαμο, να πηγαίνει στην σκηνή του Αχιλλέα, για να ζητήσει να του δώσουν το σώμα του νεκρού γιού του, που ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει στη μάχη που είχε προηγηθεί. Μέσα στη σκηνή λοιπόν, ο γέρο Πρίαμος γονάτησε και φιλώντας του τα πόδια, τον εκλιπαρούσε να του δώσουν τον νεκρό Έκτορα για να τον κλάψει όπως εκείνος θα ήθελε! Τόσος ήταν ο πόνος του, που ακόμη, αν και βασιλιάς της ένδοξης Τροίας ξεπέρασε όλα τα προσχήματα δύναμης και εγωϊσμού και φιλούσε τα πόδια του φονιά του γιού του. Εξάλλου, δεν του είχε μείνει πια κανένα άλλο περιθώριο! Όλοι μας κλαίγαμε το παλληκάρι που είχε χαθεί. Σε όλους μας όμως θα έμενε και σαν θύμηση που δεν σβήνει , η εικόνα εκείνου του πατέρα που η ζωή του άγγιζε το όριο μεταξύ της ύπαρξης και ανυπαρξίας του.

Ήταν η εικόνα του «αιώνιου πόνου»!

Που δεν αλαφραίνει ποτέ !

Που δεν φεύγει ποτέ !