Από τα τάγματα εφόδου έως την τρομοκρατία της Μεταπολίτευσης, η ιδεολογική νομιμοποίηση της βίας υπήρξε πάντοτε η πρώτη ύλη του ολοκληρωτισμού.
Ο θάνατος της Βάγιας Νέστορα, μετά τη βομβιστική επίθεση στη Θεσσαλονίκη, υπενθυμίζει ότι η πολιτική βία δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα δημόσιας τάξης, αλλά πρωτίστως ζήτημα δημοκρατικής κουλτούρας. Αποκαλύπτει τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που καταδίκασε τον ολοκληρωτισμό ως ιστορική και δημοκρατική αναγκαιότητα, χωρίς να αποδομήσει πλήρως τις ιδεολογικές αφηγήσεις που εξακολουθούν να προσδίδουν πολιτικό νόημα στη βία όταν αυτή ασκείται στο όνομα μιας υποτιθέμενης ανώτερης ιστορικής, κοινωνικής ή ηθικής αποστολής.
Η βία δεν εμφανίζεται ποτέ ως απλή εγκληματικότητα. Προηγείται πάντοτε μια διαδικασία ηθικής και πολιτικής νομιμοποίησης. Ένα αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η κοινωνία χωρίζεται σε δυνάμεις της “προόδου" και της αντίδρασης, σε εκπροσώπους της ιστορικής δικαιοσύνης και φορείς μιας δήθεν παράνομης εξουσίας. Η στιγμή κατά την οποία ο πολιτικός αντίπαλος παύει να αντιμετωπίζεται ως συνομιλητής και μετατρέπεται σε εχθρό αποτελεί το πρώτο βήμα προς την αποδοχή της βίας ως πολιτικού εργαλείου.
Αυτή ακριβώς είναι η κοινή μήτρα όλων των ολοκληρωτικών ιδεολογιών. Ο φασισμός οικοδόμησε την πολιτική του κυριαρχία μέσα από τα τάγματα εφόδου, την οργανωμένη τρομοκράτηση των αντιπάλων και την πεποίθηση ότι η βία συνιστά μηχανισμό εθνικής αναγέννησης. Ο ναζισμός θεμελίωσε την εξουσία του πάνω στη φυσική εξόντωση του διαφορετικού και στην απόλυτη ηθική απονομιμοποίηση του αντιπάλου.
Ωστόσο, το ιστορικό βίωμα του 20ού αιώνα δείχνει ότι η βία δεν υπήρξε αποκλειστικό χαρακτηριστικό του φασισμού. Και άλλες ιδεολογικές αποχρώσεις, επικαλούμενες την κοινωνική απελευθέρωση, την επαναστατική αναγκαιότητα ή την ιστορική αποστολή, αποδέχθηκαν την αντίληψη ότι η δημοκρατική διαδικασία είναι ανεπαρκής και ότι η επιβολή μέσω του φόβου μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής της ιστορίας.
Η τρομοκρατία αποτελεί την πιο ακραία μορφή αυτής της λογικής. Ο τρομοκράτης δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κοινό εγκληματία. Θεωρεί ότι εκπροσωπεί μια ανώτερη αλήθεια, ότι δρα στο όνομα ενός συλλογικού σκοπού και ότι διαθέτει το ηθικό δικαίωμα να παρακάμπτει τους νόμους, τους θεσμούς και τις διαδικασίες της δημοκρατίας. Πρόκειται για μια βαθιά ολοκληρωτική εγκληματική αντίληψη της πολιτικής, ανεξάρτητα από τα σύμβολα, τις σημαίες ή τις ιδεολογικές της αναφορές.
Η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να απελευθερωθεί πλήρως από αυτή την αμφιθυμία. Για δεκαετίες, η δημόσια συζήτηση περιλάμβανε διακρίσεις ανάμεσα σε «κοινούς» και «πολιτικούς» εγκληματίες, αναζητούσε ιδεολογικά ελαφρυντικά για πράξεις ένοπλης βίας και συχνά αντιμετώπιζε την τρομοκρατία μέσα από το φίλτρο πολιτικών συμπαθειών και ιδεολογικών ταυτίσεων.
Η τραγωδία της ΜΑΡΦΙΝ υπήρξε η πιο δραματική διάψευση αυτής της κουλτούρας σχετικισμού. Η δολοφονία τριών ανθρώπων, ανάμεσά τους και μιας εγκύου γυναίκας, αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο ότι η βία δεν παραμένει ποτέ συμβολική. Οι μολότοφ, οι εμπρησμοί, οι επιθέσεις και οι βομβιστικές ενέργειες δεν είναι μορφές «αγωνιστικής δράσης». Παράγουν εγκλήματα, θύματα, διαλύουν ζωές και τραυματίζουν τη δημοκρατική συνοχή.
Ο θάνατος της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη επαναφέρει αυτή τη μνήμη. Υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε θεωρητική συζήτηση περί πολιτικής νομιμοποίησης της βίας βρίσκεται η ζώσα πραγματικότητα, θύματα και ανθρώπινες απώλειες. Υπενθυμίζει επίσης ότι η ύπαρξη ιδεολογικής συγγένειας δεν μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός ανοχής απέναντι στο φασιστικό ιδεολόγημα και εξτρεμισμό.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να διαθέτει επιλεκτικά αντανακλαστικά. Δεν υπάρχουν προοδευτικές βόμβες, αντιφασιστικοί εμπρησμοί ή επαναστατικές δολοφονίες που αποκτούν ηθικό πλεονέκτημα λόγω των πολιτικών τους αναφορών. Όπως δεν υπάρχουν «χρήσιμα» τάγματα εφόδου, έτσι δεν υπάρχουν και «κατανοητές» μορφές τρομοκρατίας.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία οικοδομήθηκε ακριβώς πάνω στην ιστορική απόφαση να αντικατασταθεί η βία από τον θεσμό, η σύγκρουση από τη διαβούλευση και η ιστορική βεβαιότητα από τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Κάθε φορά που η βία επανεμφανίζεται ως πολιτικό εργαλείο, επανεμφανίζεται μαζί της και ο παλιός ολοκληρωτικός πειρασμός. Και αυτός δεν διαθέτει ιδεολογικό πρόσημο. Διαθέτει μόνο διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου αυταρχικού πυρήνα.