Η Ευρώπη στην Άγκυρα: Ώρα να Σταθεί στα Πόδια της

Δημήτριος Καρκαμάνης 04 Ιουλ 2026

Στις 7 και 8 Ιουλίου, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συγκεντρώνονται στην Άγκυρα, σε μια Σύνοδο Κορυφής που, πέρα από τα επίσημα ανακοινωθέντα, θα λειτουργήσει ως καθρέφτης της νέας πραγματικότητας στην οποία έχει περιέλθει η Συμμαχία. 
Η επιλογή της Τουρκίας ως οικοδεσπότη δεν είναι τυχαία, ούτε αθώα. Είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο δύο άνδρες με έντονα προσωποκεντρική αντίληψη της εξουσίας, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, θα επιδιώξουν ο καθένας να χρησιμοποιήσει τον άλλον για τους δικούς του σκοπούς. 
Και είναι, ταυτόχρονα, η πιο ξεκάθαρη υπενθύμιση στην Ευρώπη ότι ο χρόνος της άνετης εξάρτησης έχει παρέλθει.
Ένα σκηνικό φτιαγμένο για δύο
Ο Ερντογάν προσεγγίζει τη Σύνοδο ως ευκαιρία να αναδειχθεί «απαραίτητος σύμμαχος» απέναντι στους Ευρωπαίους, την ίδια στιγμή που στο εσωτερικό της χώρας συνεχίζεται η καταστολή της πολιτικής αντιπολίτευσης, με δεκάδες συλλήψεις εν όψει της Συνόδου και άρνηση διαπίστευσης σε δημοσιογράφους αντιπολιτευόμενων μέσων. 
Το ΝΑΤΟ, σιωπώντας, καταλήγει, εθελοντικά ή μη, συνένοχος σε αυτή τη διαδικασία νομιμοποίησης ενός ολοένα πιο αυταρχικού καθεστώτος.
Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έχει «μαλώσει» σχεδόν ανοιχτά τους περισσότερους Ευρωπαίους ηγέτες που αναμένεται να παραστούν στη Σύνοδο, διατηρώντας όμως αποκλειστικά θετικό λόγο για τον Ερντογάν, τον οποίο έχει αποκαλέσει δημόσια εξαιρετικό ηγέτη και προσωπικό φίλο. Θα είναι μάλιστα ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που επισκέπτεται την Τουρκία μετά τον Ομπάμα το 2015, μια συμβολική χειρονομία που ο ίδιος ο Τραμπ παρουσίασε ως «σεβασμό» προς την προσωπική έκκληση του Ερντογάν, ενώ παράλληλα εξέφραζε δημόσια αμφιβολίες για τη χρησιμότητα ολόκληρης της Συμμαχίας.
Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι απλώς προσωπικό ζήτημα χημείας. Είναι δομικό σύμπτωμα.
Το δώρο ως παράδειγμα
Η πιο απτή απόδειξη αυτής της δυναμικής είναι το ζήτημα Τουρκίας – F-35. Ο Τραμπ έχει ήδη υπαινιχθεί δημόσια ότι θα φέρει στην Άγκυρα «κάτι που θα κάνει τον Ερντογάν πολύ χαρούμενο», πιθανότατα σχετιζόμενο με κινητήρες F-110 ή και ενδεχόμενη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35, ζήτημα που εκκρεμεί από τον αποκλεισμό της χώρας λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400.
Ανεξάρτητα από το τελικό περιεχόμενο της χειρονομίας, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: η προσωπική σχέση δύο ανδρών μπορεί να υπερισχύσει θεσμικών διαδικασιών, στρατηγικών ισορροπιών, ακόμη και ρητών κανόνων της ίδιας της Συμμαχίας.
Αυτό ακριβώς είναι το «θέατρο του παραλόγου»: μια Συμμαχία 32 κρατών να βρίσκεται σε αναμονή του τι θα αποφασίσει, ή θα αυτοσχεδιάσει, ένας άνθρωπος, με βάση προσωπικές συμπάθειες και όχι συλλογική στρατηγική.
Από το burden-sharing στο burden-shifting
Πέρα από το θεαματικό, υπάρχει και το δομικό. Αναλυτές παρατηρούν ότι η ψευδαίσθηση κατευνασμού του Τραμπ μέσω της περσινής δέσμευσης για δαπάνες άμυνας 5% του ΑΕΠ έχει πλέον καταρρεύσει. 
Στην Ουάσιγκτον, ο όρος «burden-sharing» έχει αντικατασταθεί σιωπηρά από το «burden-shifting»: το Πεντάγωνο δεν ζητά απλώς να συνεισφέρουν περισσότερο οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, αλλά ωθεί ανοιχτά προς μια Ευρώπη που αναλαμβάνει η ίδια την ευθύνη της συμβατικής της άμυνας. Πρόκειται για τάση που ξεπερνά το πρόσωπο του Τραμπ και πιθανότατα θα τον επιβιώσει.
Αυτό επιβεβαιώνει, με τον πιο επίσημο δυνατό τρόπο: η εξάρτηση από τις ΗΠΑ δεν είναι απλώς πολιτικά επισφαλής· γίνεται σταδιακά και σχεδιαστικά μη διαθέσιμη. Οι ΗΠΑ δεν αποσύρονται εξ ανάγκης, αποσύρονται εν μέρει επίτηδες, θεωρώντας ότι η ευρωπαϊκή αυτονομία εξυπηρετεί και τα δικά τους στενά συμφέροντα.
Οι ελληνικές και ευρωπαϊκές προεκτάσεις
Για την Ελλάδα και για την ευρύτερη ευρωπαϊκή περιφέρεια, τα διακυβεύματα είναι απτά και όχι θεωρητικά:
Η ελληνογαλλική συνεργασία – φρεγάτες τύπου FDI, συμφωνία για SMR – αποτελεί ήδη ένα λειτουργικό παράδειγμα του πώς μοιάζει η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία στην πράξη, όχι μόνο στη ρητορική.
Η Σουηδία, ως χώρα-πρότυπο («template nation») για τις δυνάμεις ταχείας ανάπτυξης του ΝΑΤΟ στη Φινλανδία, δείχνει τόσο τις δυνατότητες όσο και τα όρια της ευρωπαϊκής επιφυλακτικότητας απέναντι σε πλήρως αυτόνομες αμυντικές δομές.
Η αυξανόμενη ένταση Τουρκίας-Ισραήλ, που αναμένεται να κυριαρχήσει στο παρασκήνιο της Συνόδου, έχει άμεση σημασία για την ελληνική στρατηγική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως όταν ο βασικός διαμεσολαβητής (Τραμπ) έχει ήδη δείξει ότι ευνοεί σαφώς την τουρκική πλευρά.
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό
Αν το ΝΑΤΟ μετατρέπεται σταδιακά σε σκηνή προσωπικής διπλωματίας δύο ισχυρών ανδρών, όπου ο ένας νομιμοποιεί εσωτερικά τον αυταρχισμό του άλλου, με αντάλλαγμα εξοπλιστικές παραχωρήσεις και πολιτική συνδρομή σε τρίτες συγκρούσεις, πού ακριβώς μένει η θεσμική, συλλογική Ευρώπη;
Η Άγκυρα οφείλει να λειτουργήσει ως σημείο καμπής, όχι ως ακόμη μία σκηνή αναμονής για την επόμενη ασυνάρτητη δήλωση. Η Ευρώπη πρέπει επιτέλους να μιλήσει με μία φωνή, να αποτιμήσει ρεαλιστικά τη σχέση της με τις ΗΠΑ —χωρίς νοσταλγία, αλλά και χωρίς πανικό— και να δοκιμάσει τον Τραμπ στη γλώσσα που ο ίδιος καταλαβαίνει καλύτερα: αυτή του συμφέροντος έναντι συμφέροντος. 
Το εναλλακτικό σενάριο, η συνέχιση της παθητικής αναμονής, σημαίνει απλώς να παραμείνουμε θεατές σε μια σχέση που εμείς πληρώνουμε αλλά δεν ελέγχουμε.