Με ανακοινώσεις τους οι κινήσεις Ανανεωτική Αριστερά και Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία αναφέρονται στις τρέχυσες πολιτικές εξελίξεις εν όψει των επερχόμενων Εκλογών.
Η «Ανανεωτική Αριστερά», συνιστώσας του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, στην ανακοίνωσή τη τονίζει ότι «σε αυτές τις συνθήκες χρειάζεται ένα ενιαίο στρατηγικό αφήγημα που να δημιουργεί έμπνευση στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και ιδιαίτερα στη νεολαία. Να απαντά στις συντηρητικές δυνάμεις που επιχειρούν συμψηφισμούς των λαϊκών διεκδικήσεων γενικεύοντας και απλουστεύοντας το πρόβλημα του λαϊκισμού».
Σημειώνει, επίσης ότι «η Ν.Δ με τις πολιτικές που ασκεί, δεν αποτελεί πλέον πυλώνα σταθερότητας στη χώρα. Κύριο μέλημα της ηγετικής ομάδας είναι η παραμονή της στην εξουσία και μόνο. Η Ν.Δ, ανεξάρτητα από ποιο πρόσωπο βρίσκεται στην ηγεσία του κόμματος, δεν μπορεί να αποτελεί προνομιακό σύμμαχο για ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που έχει σε προτεραιότητα τα θέματα θεσμών, διαφάνειας και δημοκρατίας»και ο «ΣΥΡΙΖΑ ζητά διαρκώς «προοδευτική διακυβέρνηση» χωρίς συνεκτικό σχέδιο, ενώ δεν έχει ψελλίσει την παραμικρή αυτοκριτική για την προηγούμενη συνεργασία του με ένα από τα πιο αντιδραστικά κόμματα όπως οι ΑΝΕΛ»..
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ανανεωτικής Αριστεράς:
«Με θέμα τις πολιτικές εξελίξεις και την προετοιμασία του ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ ενόψει εκλογών συνεδρίασε, χθες Κυριακή, η Συντονιστική Επιτροπή της Ανανεωτικής Αριστεράς. Η Συντονιστική επιτροπή ενέκρινε ομόφωνα το παρακάτω κείμενο:
1. Κάθε μέρα που περνά οι πολίτες αυτής της χώρας βλέπουν τα εισοδήματα τους να μειώνονται και το βαθμό απελπισίας τους να αυξάνεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα στοιχεία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για τη μείωση του εισοδήματος των χαμηλόμισθων έως και 40% την ώρα που τα πλέον υψηλά εισοδήματα απολαμβάνουν τις χαριστικές φοροαπαλλαγές της κυβέρνησης. Η ακρίβεια ήρθε για να μείνει αφού οι προβλέψεις για τους έμμεσους φόρους, τους πιο ταξικά άδικους φόρους, είναι να αυξάνονται ακόμα 1 δις για το2023 στα ήδη 5 δις που πλήρωσαν επιπλέον οι πολίτες το 2022.
Στο ίδιο ιδεοληπτικό πνεύμα η κυβέρνηση φέρνει το νομοσχέδιο για τον χώρο της υγείας που βάζει βόμβα στα θεμέλια της δημόσιας υγείας αυξάνοντας περαιτέρω τις ήδη υψηλές ιδιωτικές δαπάνες υγείας και μεγεθύνοντας τις ανισότητες. Ο μικρός αριθμός γιατρών για την απαιτούμενη συγκρότηση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, αλλά και η ουσιαστική κατάργηση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των γιατρών του ΕΣΥ αποτελούν μέρος των κυβερνητικών μεθοδεύσεων για την ιδιωτικοποίηση του συστήματος υγείας.
Η κυβέρνηση της Ν.Δ αγνοεί για ιδεοληπτικούς λόγους διαρθρωτικές αλλαγές που έχει προτείνει το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ είτε για την ακρίβεια, όπως μείωση του ΦΠΑ σε βασικά καταναλωτικά προϊόντα, πλαφόν στη λιανική τιμή ενέργειας κ.α, είτε για τα θέματα υγείας με τις θέσεις για το ΕΣΥ που παρουσίασε σε πρόσφατη εκδήλωση. Γίνεται φανερό ότι η αντιπαράθεση του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ με την κυβέρνηση της Ν.Δ είναι προγραμματική. Αφορά την κοινωνική μεροληψία της υπέρ των ισχυρών στρωμάτων. Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία πρέπει να ξαναθέσει το ζήτημα των ταξικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην κορυφή της ατζέντας των πολιτικών παρεμβάσεων. Είναι αναγκαία η πολιτική αντιπαράθεση με στόχο την ήττα των ασκούμενων κυβερνητικών συντηρητικών επιλογών της.
2. Το νομοσχέδιο που η κυβέρνηση φέρνει στη Βουλή για τις «επισυνδέσεις» έρχεται ως συνέχεια της απαράδεκτης τακτικής συγκάλυψης-συσκότισης της υπόθεσης των υποκλοπών. Απουσιάζει από το νομοσχέδιο φανερά κάθε διάθεση λογοδοσίας σχετικά με το modus operandi των μελλοντικών παρακολουθήσεων, ενώ εντύπωση προκαλεί και η υπέρμετρη διεύρυνση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας που ανοίγει την πόρτα στην χωρίς όρια παρακολούθηση χιλιάδων πολιτών. Η απαξίωση θεσμών και αξιών της δημοκρατίας απομακρύνουν την κυβέρνηση της Ν.Δ από τον πολιτικό φιλελευθερισμό που ασπάζεται ως κόμμα της Κεντροδεξιάς. Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η Ν.Δ με τις πολιτικές που ασκεί, δεν αποτελεί πλέον πυλώνα σταθερότητας στη χώρα. Κύριο μέλημα της ηγετικής ομάδας είναι η παραμονή της στην εξουσία και μόνο. Η Ν.Δ, ανεξάρτητα από ποιο πρόσωπο βρίσκεται στην ηγεσία του κόμματος, δεν μπορεί να αποτελεί προνομιακό σύμμαχο για ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα που έχει σε προτεραιότητα τα θέματα θεσμών, διαφάνειας και δημοκρατίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά διαρκώς «προοδευτική διακυβέρνηση» χωρίς συνεκτικό σχέδιο, ενώ δεν έχει ψελλίσει την παραμικρή αυτοκριτική για την προηγούμενη συνεργασία του με ένα από τα πιο αντιδραστικά κόμματα όπως οι ΑΝΕΛ. Οι όποιες προσπάθειές του για την άσκηση μιας εποικοδομητικής αντιπολίτευσης σκοντάφτει στη λογική της κατά μέτωπο επίθεσης -η οποία αν και οξεία- δεν επικεντρώνεται στις ταξικές πολιτικές της ΝΔ. Δείχνει και αυτό με τη σειρά του πως το μόνο πράγμα που το ενδιαφέρει είναι η πάση θυσία επιστροφή του στην εξουσία. Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, μακριά από κραυγές, λαϊκίστικές πρακτικές και «αντιδεξιά μέτωπα» από την πρώτη στιγμή έθεσε στην διάθεση των αρχών όλα τα στοιχεία που είχε στην διάθεση του για τις υποκλοπές και συνεχίζει να παρακολουθεί στενά τη δυσώδη αυτή υπόθεση.
3. Σε μια εποχή διαδοχικών κρίσεων και τεκτονικών αλλαγών στο κόσμο είναι ανάγκη οι δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και της ευρύτερης Κεντροαριστεράς να προχωρήσουν στον αναστοχασμό γύρω από τους λόγους που τροφοδοτούν τις ακραίες ανορθολογικές τάσεις. Σε αυτές τις συνθήκες χρειάζεται ένα ενιαίο στρατηγικό αφήγημα που να δημιουργεί έμπνευση στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και ιδιαίτερα στη νεολαία. Να απαντά στις συντηρητικές δυνάμεις που επιχειρούν συμψηφισμούς των λαϊκών διεκδικήσεων γενικεύοντας και απλουστεύοντας το πρόβλημα του λαϊκισμού. Εμείς ως Ανανεωτική Αριστερά επιμένουμε σε ένα σχέδιο διαρθρωτικών αλλαγών στη χώρα για προοδευτικές και εναλλακτικές λύσεις με κοινωνικό πρόσημο».
Σε ανάλογη ανακοίνωση οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία μετά την 4η Σύνοδο της 5ης Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής, σημειώνει ότι «διαπιστώνει με απογοήτευση και για μία ακόμη φορά ότι το κυβερνών κόμμα της Νέας Δημοκρατίας παρά την προσπάθεια της ηγετικής του ομάδας να παρουσιάσει ένα φιλελεύθερο και μεταρρυθμιστικό πρόσωπο παραμένει αυτό που πάντα υπήρξε ιστορικά: μιά βαθειά συντηρητική και αντι-μεταρρυθμιστική παράταξη».
Στην πολιτική απόφαση τονίζεται, επίσης:
Αντιπολιτευόμαστε μια αντι-μεταρρυθμιστική κυβέρνηση
Η σημερινή κυβέρνηση σωρεύοντας ψευδεπίγραφες “μεταρρυθμίσεις” που στην ουσία τους υποσκάπτουν όλες τις απαραίτητες αλλαγές που απαιτούν η ελληνική κοινωνία και οικονομία , αφήνει την χώρα έρμαιο σε πολιτικό επίπεδο οπισθοδρομικών αντιλήψεων, σε θεσμικό επίπεδο αντιδημοκρατικών πρακτικών, σε κοινωνικό επίπεδο θεσμοποιημένης αναλγησίας και σε οικονομικό επίπεδο ισχυρών ιδιωτικών συμφερόντων. Συναγωνίζεται έτσι με τις κυβερνήσεις των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για το ποιά θα αναδειχθεί ως η χειρότερη της μεταπολίτευσης. `
Να προστατεύσουμε την Δημοκρατία μας από θεσμικά ολισθήματα
Το ζήτημα των συνεχώς δημοσιοποιούμενων παρακολουθήσεων, από υποτιθέμενες θεσμικά “ανέλεγκτες” άρα πρακτικά ανεξέλεγκτες (!!!) δημόσιες υπηρεσίες, δεκάδων χιλιάδων πολιτών συμπεριλαμβανομένων επιχειρηματιών, δημοσιογράφων και πολιτικών, αρχής γενομένης από τον πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ Νίκο Ανδρουλάκη, ακόμη και στελεχών της ίδιας της κυβέρνησης, έχει πάρει πρωτόγνωρες διαστάσεις. Αλλά η κυβέρνηση φαίνεται να έχει ως πρώτιστο μέλημα όχι το να διερευνήσει αλλά το να συγκαλύψει ενδεχόμενες παράνομες πράξεις προβάλλοντας καινοφανείς και αδιανόητους ισχυρισμούς απορρήτου ακόμη και έναντι της Βουλής των Ελλήνων! Το θέατρο του παραλόγου που έχει στηθεί γύρω από το ζήτημα των παρακολουθήσεων και τους χειρισμούς της κυβέρνησης θα ήταν απλώς πολιτικά θλιβερό αν δεν κινούνταν σε θεσμικά ολισθηρό έδαφος που εγκυμονεί κινδύνους για την δημοκρατία.
Να σταθούμε απέναντι στην κοινωνική αναλγησία
Σε κοινωνικό επίπεδο η κυβέρνηση επιδεικνύει χαρακτηριστική αναλγησία εφαρμόζοντας οριζόντια νεο-φιλελεύθερα κριτήρια επί δικαίων και αδίκων που δεν επηρεάζουν βέβαια τους έχοντες και κατέχοντες αλλά πλήττουν σοβαρά τους πιο αδύναμους συμπολίτες μας. Πρόσφατο κρούσμα το νομοσχέδιο για την Υγεία το οποίο έρχεται ως δούρειος ίππος να ολοκληρώσει την εκθεμελίωση του ΕΣΥ που έχει ξεκινήσει με την συστηματική υπο-χρηματοδότησή του η κυβέρνηση.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η διαχείριση του χρέους των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχει πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου μέσω των τιτλοποιήσεων απαιτήσεων και των πλειστηριασμών των funds από την Ελλάδα στο εξωτερικό. Η πραγματική κατάσταση δείχνει ότι 4.200.000 πολίτες έχουν μη εξυπηρετούμενες οφειλές σε τράπεζες, funds, εφορία, ΕΦΚΑ, 270 δις ευρώ οι μη εξυπηρετούμενες απαιτήσεις, 1 εκατ. τραπεζικοί λογαριασμοί κατασχεμένοι και 45.000 πλειστηριασμοί ακινήτων το 2022. Και μέσα σε αυτή την δραματική κατάσταση βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος συλλαμβάνεται εμπλεκόμενος σε εισπρακτικές εταιρείες, αποκαλύπτοντας για μία ακόμη φορά τον στενό εναγκαλισμό των κυβερνώντων με την αεριτζίδικη κερδοσκοπική “επιχειρηματικότητα”.
Ταυτόχρονα οξύνεται το πρόβλημα της στέγης που πλήττει τους χαμηλόμισθους και ειδικότερα τους νέους πολίτες, υποβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής τους αλλά και δυσκολεύοντας δραματικά την δημιουργία οικογένειας από νέα ζευγάρια, χωρίς η κυβέρνηση να σχεδιάζει καμία σοβαρή πολιτική για την αντιμετώπιση του θέματος. Τέλος, στον πληθωρισμό που κατατρώει τα λαϊκά εισοδήματα η κυβέρνηση , δέσμια των εμμονών της, επιχειρεί να απαντήσει με εκκλήσεις και παραινέσεις προς την αγορά και με αναποτελεσματικές γραφικότητες “καλαθιών νοικοκυριού” σε λογική ελεήμονος φιλανθρωπίας , εκεί που το κράτος θα έπρεπε να ασκήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά τον ρυθμιστικό και παρεμβατικό του ρόλο.
Η κοινωνία και η ανάπτυξη χρειάζονται επαρκή και προσιτά ενέργεια και διαδίκτυο. Η κυβέρνηση αδιαφορεί.
Καμία ουσιαστική πολιτική δεν ασκείται σε ζητήματα κρίσιμα τόσο για την ανάπτυξη όσο και για την κοινωνική ευημερία όπως η ενέργεια και το διαδίκτυο. Το ενεργειακό πρόβλημα ξεκίνησε με την εισαγωγή κακοσχεδιασμένων και αναποτελεσματικών μηχανισμών αγοραίας αυτορρύθμισης στην κοστολόγηση της ενέργειας και επιτάθηκε με την βάρβαρη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η σημερινή αρνητική κατάσταση επιβεβαιώνει πως οφείλουμε να μεταβούμε σε οικονομίες μηδενικού άνθρακα άμεσα, χτίζοντας παράλληλα ανθεκτικές και αυτάρκεις κοινότητες. Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα αλλά από εξωτερικούς προμηθευτές συνδεδεμένους με αυταρχικά και απρόβλεπτα καθεστώτα, η ενεργειακή αυτονομία και η συμμετοχή των πολιτών στην πράσινη μετάβαση, αποτελούν ζητήματα περιβαλλοντικής αλλά και κοινωνικής δικαιοσύνης. Απαιτείται εδώ συναινετικός και καινοτόμος σχεδιασμός τόσο σε Ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Εκτιμούμε πως οι ενεργειακές κοινότητες αποτελούν έναν τρίτο δρόμο προς την ενεργειακή μετάβαση, μακριά από το συγκεντρωτικές πολιτικές που απειλούν το τοπίο σε μεγάλη κλίμακα και αποκλείουν τη συμμετοχή των πολιτών (π.χ. εξορύξεις και βιομηχανικά έργα ΑΠΕ). Τα οφέλη των ενεργειακών κοινοτήτων είναι πολύπλευρα: 1) μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, 2) να ενισχύσουν τα νοικοκυριά και τις ΜΜΕ μειώνοντας σημαντικά τους λογαριασμούς ρεύματος, 3) να συμβάλλουν στην καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας μέσω της συμπερίληψης ευάλωτων νοικοκυριών, 4) να προωθήσουν τη συλλογική δράση για την αναχαίτιση της κλιματικής κρίσης, και 5) να συμβάλλουν σε μία ευρεία κοινωνική ανα-διαπραγμάτευση της ενέργειας ως «κοινό αγαθό». Αντ’ αυτών η κυβέρνηση αδιαφορεί για την εκτίναξη του ενεργειακού κόστους νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δεν σχεδιάζει καμία μακροπρόθεσμη πολιτική και μεριμνά πρωτίστως να μην μειωθούν τα υπερκέρδη των παρόχων ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με τις χαμηλές ταχύτητες του διαδικτύου σε πολλές περιοχές εκτός των αστικών κέντρων και με πολύ ακριβό κόστος παροχής υπηρεσιών. Ας μην μας διαφεύγει ότι η ανάπτυξη απαιτεί υψηλές ταχύτητες με χαμηλό κόστος. ‘Έκθεση της Κομισιόν, για τις τιμές σταθερών συνδέσεων και κινητής τηλεφωνίας φέρνει τη χώρα μας στις τελευταίες θέσεις της λίστας σε ό,τι αφορά τις μεσαίες και υψηλές ταχύτητες, όπου οι τιμές στη χώρα μας είναι από 6% έως 51% πιο ακριβές, ενώ οι πολύ υψηλές ταχύτητες είναι από 63% έως 136% πιο ακριβές. Σε κάθε περίπτωση η χώρα μας βρίσκεται στην προτελευταία θέση στις ταχύτητες, στο ίδιο γκρουπ με την Αλβανία και την Βόρεια Μακεδονία. Ουσιαστικά η Ελλάδα φιγουράρει στις τελευταίες θέσεις και στο θέμα της συνδεσιμότητας αλλά και της χρήσης οπτικών ινών. Αντί να κινηθεί προς την επίλυση των κομβικών αυτών προβλημάτων η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ενδιαφέρεται για το μοίρασμα με αδιαφανείς διαδικασίες των σημαντικών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.\
Το διεθνές περιβάλλον και οι περιφερειακοί κίνδυνοι
Η ηγεσία της γειτονικής χώρας, με βάση την ανεκτικότητα που επί χρόνια επιδεικνύουν εταίροι και σύμμαχοι στην αναθεωρητική της στρατηγική, συμπεριφέρεται ως διεθνής ταραξίας από τον Καύκασο ως τη Συρία και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο. Καταπατά βάναυσα τα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό της, αμφισβητεί ευθέως την εθνική μας κυριαρχία και πιστή στο δόγμα της για οριστική διχοτόμηση και δημιουργία δύο ξεχωριστών κρατικών οντοτήτων στην Κύπρο, προβαίνει σε απαράδεκτες προκλήσεις στα Βαρώσια, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο και τις αποφάσεις του ΟΗΕ. Τα δεδομένα αυτά, και η κλιμάκωση των προκλήσεων της Τουρκίας, καταδεικνύουν ότι ο χρόνος που περνά δεν βελτιώνει πάντα τις συνθήκες. Η Ευρώπη καλείται να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων μέσω της εφαρμογή κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας με στόχο την αποτροπή αυτών των επικίνδυνων λογικών.
Ειδικότερα για την πορεία επίλυσης του «Κυπριακού» απαιτείται συνεκτικό σχέδιο και στρατηγική ως απάντηση στην κόπωση ή ακόμη και την απογοήτευση. Παραμένουμε σταθεροί στη γραμμή μιας λύσης, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και με τις αποφάσεις του ΟΗΕ, χωρίς κατοχικά στρατεύματα και εγγυήσεις τρίτων κρατών. Χρέος όλων των δυνάμεων του Ελληνισμού είναι η επανέναρξη του διαλόγου μεταξύ των δύο κοινοτήτων στη βάση των ψηφισμάτων του ΟΗΕ και του Διεθνούς Δικαίου για μια Κύπρο κράτος -μέλος της ΕΕ, ειρηνικής συνύπαρξης και ευημερίας.
Η επείγουσα κομματική ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ
Η ΚΣΕ των Κινήσεων Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία εκτιμά ως ιδιαίτερα θετική την αποσαφήνιση του ιδεολογικού στίγματος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ από την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη. Το κόμμα τοποθετείται πλέον με σαφήνεια στον χώρο της Σοσιαλδημοκρατίας εγκαταλείποντας κάθε ιδεολογικό φλερτ με τα νεοφιλελεύθερα δόγματα και την δεξιά και αυτό είναι ένα σημαντικό βήμα για την ανασυγκρότηση της μεγάλης κυβερνώσας κεντροαριστερής παράταξης.
Θεωρούμε ωστόσο εξίσου σημαντικό και επείγον να ολοκληρωθεί με γρήγορα βήματα η οργανωτική και προγραμματική ανασυγκρότηση του κόμματος. Η πλήρης συγκρότηση των Τομέων Πολιτικής ως βασικού οργανωτικού άξονα που θα συνδέει την βάση με τα κεντρικά όργανα είναι απολύτως αναγκαία προκειμένου το κόμμα να λειτουργήσει ως δίαυλος καταγραφής των κοινωνικών αναγκών και ως μηχανισμός παραγωγής πολιτικής. Αξιοποιώντας τους Τομείς Πολιτικής ως τα βασικά πολιτικά κύτταρα του -αλλά και το Ινσοσιάλ ως κεντρική δεξαμενή σκέψης που πρέπει να διευρυνθεί και να ανασυγκροτηθεί -το ταχύτερο- το ΠΑΣΟΚ ΚΙΝΑΛ θα μπορέσει να ενεργοποιήσει πολιτικά και να συσπειρώσει γύρω από προοδευτικές ιδέες ένα ευρύτερο κοινό κυρίως από την νέα γενιά: νέους επιστήμονες, επαγγελματίες, νέους επιχειρηματίες, φοιτητές, αγρότες και μισθωτούς, αλλά και μη προνομιούχους νέους από το σύγχρονο πρεκαριάτο.
Στην κατεύθυνση αυτή οι Κινήσεις Πολιτών για την Σοσιαλδημοκρατία πραγματοποιούν ήδη σειρά εργαστηρίων πολιτικής (α’ βάθμια και β’ βάθμια Εκπαίδευση, Πανεπιστήμια, Δημόσια Διοίκηση, Υγεία κλπ) με στόχο την παραγωγή θέσεων που θα τροφοδοτήσουν τον διάλογο γύρω από το πρόγραμμα του κόμματος που αναμένουμε σύντομα να αρχίσει. Διάλογος που θα πρέπει να αξιοποιήσει την εφαρμογή του Digitalsociety και να εμπλέξει το σύνολο των μελών και των φίλων του κόμματος με στόχο την διαμόρφωση συγκεκριμένων και ρεαλιστικών προγραμματικών θέσεων με θετικό κοινωνικό πρόσημο. Το πρόγραμμα αυτό θα σηματοδοτεί το πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης και ταυτόχρονα θα χαράσσει τις κόκκινες γραμμές για κάθε πιθανή κυβερνητική συνεργασία.
Ως ΚΠΣ επιδιώκουμε να συμβάλουμε στην οικοδόμηση του ΠΑΣΟΚ - Κινήματος Αλλαγής ως κόμματος που θα συνδέει την κοινωνία με την πολιτική θα παράγει ιδέες και προγραμματικές προτάσεις και θα εμπεδώνει την εσωκομματική δημοκρατία. Ένα κόμμα που θα αποτελέσει πρότυπο για να αναπτυχθεί ένας νέος τρόπος άσκησης πολιτικής στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και θα ασκήσει αξιόπιστη προγραμματική αντιπολίτευση μέχρι να εμπιστευτεί εκ νέου ο ελληνικός λαός την κεντρο-αριστερά για να εφαρμόσει ένα αυθεντικό και σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα.