Η Ευρώπη δεν μπορεί να επιτύχει τους στόχους της για το κλίμα.

Κωνσταντίνος Σ. Μαργαρίτης 08 Ιουλ 2026

Τα μέτρα ανακαίνισης που χρηματοδοτούνται από το ταμείο της ΕΕ για την ανάκαμψη από την πανδημία, δηλαδή τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ), αποφέρουν μέτρια μόνο εξοικονόμηση ενέργειας.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα έκθεσης που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ).

Χρηματοδοτούνται ως επί το πλείστον εργασίες εύκολες στην υλοποίηση, εις βάρος πιο εκτεταμένων εργασιών ανακαίνισης, οι οποίες θα απέφεραν καλύτερα αποτελέσματα σε βάθος χρόνου.

Χωρίς πιο στοχευμένα μέτρα, σαφέστερη εστίαση στα αποτελέσματα και εντατικότερη παρακολούθηση, οι μελλοντικές δαπάνες ενδέχεται να μην συμβάλουν επαρκώς στην επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να επιτύχει τους στόχους της για το κλίμα και την ενέργεια, αν δεν βελτιώσει την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων της.

Ωστόσο, η ενέργεια που χρησιμοποιείται για τη θέρμανση και την ψύξη των κτιρίων προέρχεται ακόμη κατά τα δύο τρίτα από ορυκτά καύσιμα, ενώ σχεδόν τα τρία τέταρτα των κτιρίων στην ΕΕ εξακολουθούν να έχουν χαμηλή ενεργειακή απόδοση.

Ως εκ τούτου, για να μειωθούν η κατανάλωση ενέργειας και οι εκπομπές, είναι απαραίτητο να ανακαινιστούν οι υφιστάμενες κατοικίες και να διαμορφωθεί ένα κτιριακό απόθεμα υψηλής ενεργειακής απόδοσης.

Αυτό μπορεί να επιτευχθεί ιδίως μέσω εργασιών «ριζικής» ανακαίνισης που οδηγούν σε εξοικονόμηση ενέργειας άνω του 60 %.

«Η χρηματοδότηση της ΕΕ για την ανακαίνιση ιδιωτικών κατοικιών θα πρέπει να διατίθεται κατά προτεραιότητα στα έργα που παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας. Αντιθέτως, διαπιστώνουμε ότι πολύ συχνά τα κονδύλια του ΜΑΑ διοχετεύονταν εκεί όπου ήταν ευκολότερο να δαπανηθούν και όχι εκεί όπου θα επέφεραν τη μεγαλύτερη αλλαγή», δήλωσε ο κ.Νικόλαος Μηλιώνης, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για τον έλεγχο.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, προτιμώνται οι ταχύτερες και απλούστερες ανακαινίσεις.

Κατά τις επισκέψεις ελέγχου σε κράτη-μέλη διαπιστώθηκε ότι δεν χρησιμοποιούνται κριτήρια επιλογής για την κατάταξη των έργων με βάση τον αναμενόμενο αντίκτυπό τους.

Μειώνονται έτσι οι πιθανότητες στήριξης των έργων εκείνων που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη εξοικονόμηση ενέργειας ή των νοικοκυριών που τη χρειάζονται περισσότερο.

Με άλλα λόγια, τα διαθέσιμα κονδύλια, που σύμφωνα με τον προγραμματισμό των χωρών της ΕΕ θα φτάσουν τα 43 δισ. ευρώ, σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται γρήγορα αλλά όχι στρατηγικά.

Κατά την άποψη του ΕΕΣ, η προσέγγιση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε δύο είδη προβλημάτων.

Πρώτον, τα μέτρα μέτριας παρέμβασης μπορεί να εγκλωβίσουν τα κτίρια σε χαμηλότερα επίπεδα απόδοσης για χρόνια, καθιστώντας τις μελλοντικές αναβαθμίσεις ακόμη δυσκολότερες και δαπανηρότερες.

Δεύτερον, η προσέγγιση αυτή πιθανώς οδηγεί σε επενδύσεις που δεν αποτελούν την ιδανικότερη επιλογή από την άποψη της απαλλαγής μακροπρόθεσμα από τις ανθρακούχες εκπομπές.

Το ΕΕΣ διαπίστωσε μάλιστα ότι τα πιο απλά μέτρα, όπως η αντικατάσταση κουφωμάτων ή η εγκατάσταση ηλιακών συλλεκτών, προσελκύουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ενώ οι κατασκευαστικές εργασίες που διασφαλίζουν μεγαλύτερη ενεργειακή απόδοση έχουν μικρότερη ζήτηση.

Οι ελεγκτές ασκούν επίσης κριτική στον τρόπο επαλήθευσης των αποτελεσμάτων.

Σε ολόκληρη την ΕΕ, τα περισσότερα μέτρα ανακαίνισης που χρηματοδοτούνται από τον ΜΑΑ επικεντρώνονται σε χειροπιαστά αποτελέσματα (εκροές), όπως ο αριθμός των κατοικιών ή τα τετραγωνικά μέτρα που ανακαινίστηκαν, και ελάχιστα εστιάζουν στα αποτελέσματα που πράγματι έχουν σημασία, όπως η χαμηλότερη ενεργειακή κατανάλωση.

Από τα 111 μέτρα ανακαινίσεων που εξετάσαμε, τρία μόνο περιλάμβαναν στόχους εξοικονόμησης ενέργειας.

Για τον υπολογισμό της εξοικονόμησης ενέργειας, οι χώρες της ΕΕ ενθαρρύνονται να χρησιμοποιούν πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης.

Ωστόσο, το ΕΕΣ δεν θεωρεί τις πληροφορίες αυτές αρκετά αξιόπιστες ή συγκρίσιμες, πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ορθή παρακολούθηση.

Αφενός, οι εκτιμήσεις στα πιστοποιητικά δεν αντιστοιχούν στην πραγματική κατανάλωση ενέργειας, η οποία εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θερμαίνουν ή ψύχουν τα σπίτια τους και από τις συνήθειες διαβίωσής τους.

Αφετέρου, τα πιστοποιητικά συχνά περιέχουν σφάλματα, με αποτέλεσμα η εξοικονόμηση να υποεκτιμάται ή να υπερεκτιμάται.

Τέλος, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη η οικονομική αποδοτικότητα των παρεμβάσεων, γεγονός που δυσχεραίνει τον εντοπισμό περιπτώσεων όπου οι επενδύσεις δεν αποφέρουν τα αναμενόμενα οφέλη και την πραγματοποίηση διορθώσεων κατά την υλοποίηση των έργων.

Από την ανάλυση του ΕΕΣ, η οποία κάλυψε διάφορα είδη παρεμβάσεων, κτιρίων και επιλογών πολιτικής, προκύπτει ότι το κόστος ανά μονάδα εξοικονομούμενης ενέργειας ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών που εξετάστηκαν ενδελεχέστερα.

Ενδεικτικότατο είναι το παράδειγμα του ιταλικού προγράμματος «Superbonus», στο οποίο και μόνο αναμένεται να διοχετευθεί σχεδόν το ένα τρίτο (14 δισ. ευρώ) της συνολικής χρηματοδότησης του ΜΑΑ για τις ενεργειακές ανακαινίσεις.

Το κόστος ανά μονάδα εξοικονομούμενης ενέργειας αποδεικνύεται σχεδόν τετραπλάσιο από το αρχικά αναμενόμενο.

Επιπλέον, το πρόγραμμα καλύπτει έως και το 110 % του κόστους ανακαίνισης, πράγμα που σημαίνει ότι η δημόσια στήριξη μπορεί να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος.

Το ΕΕΣ κρίνει ότι αυτό σαφώς δεν συνιστά οικονομικά αποδοτική χρήση των ενωσιακών πόρων.

Τα κτίρια κατοικίας αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τέταρτο (25 %) της κατανάλωσης ενέργειας στην ΕΕ.

Από το 2021, ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, στο πλαίσιο του οποίου το 37 % της χρηματοδότησης πρέπει να διατίθεται για την επίτευξη των στόχων για το κλίμα και την ενέργεια, έχει προσφέρει στα κράτη-μέλη τη δυνατότητα να ενισχύσουν τις προσπάθειες βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των κατοικιών.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπεριέλαβε στην πρότασή της για τον προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 τη δυνατότητα να συνεχιστεί η χρηματοδότηση τέτοιων ανακαινίσεων.