Από την Ανεξαρτησία στην Άγκυρα: 250 Χρόνια ΗΠΑ και το Μέλλον της Δυτικής Συμμαχίας

Δημήτριος Καρκαμάνης 05 Ιουλ 2026

ΦΩΤΟ: Οι John Adams, Theodore Roosevelt, John F Kennedy, John D Rockefeller και George HW Bush είχαν ρόλους-κλειδιά στην ιστορική εξέλιξη των ΗΠΑ

Στις 4 Ιουλίου η Αμερική γιόρτασε 250 χρόνια από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της. Η ιδρυτική αφήγηση της χώρας είναι γνωστή: μια δημοκρατία που γεννήθηκε αρνούμενη κάθε μορφή κληρονομικής εξουσίας, χτισμένη όχι από βασιλείς αλλά από πολίτες. Κι όμως, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή διαπιστώνουμε κάτι που η αμερικανική αυτοεικόνα συχνά παραβλέπει: η ιστορία των ΗΠΑ διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από μια χούφτα οικογενειών —τους Adams, τους Rockefeller, τους Roosevelt, τους Kennedy, τους Bush— που λειτούργησαν, η καθεμία στην εποχή της, σαν άτυποι θεσμικοί πυλώνες μιας δημοκρατίας χωρίς θρόνο.

Το παράδοξο αυτό δεν είναι απλώς ιστορική περιέργεια. Είναι ένα χρήσιμο πρίσμα για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η αμερικανική ισχύς, και τι διακυβεύεται σήμερα, καθώς η δυτική συμμαχία συγκεντρώνεται στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7-8 Ιουλίου) για να αποφασίσει τι είδους ηγεμονία θα ασκήσει η Δύση στον 21ο αιώνα.

Η ένταση ανάμεσα σε θεσμό και ισχύ

Η αμερικανική πολιτική σκέψη, όπως και η κλασική ελληνική πολιτειακή παράδοση πριν από αυτήν, δεν αντιμετώπισε ποτέ την εξουσία ως κάτι στατικό. Αντιμετωπίστηκε ως πεδίο διαρκούς ισορροπίας: ανάμεσα σε δήμο και ολιγαρχία, ανάμεσα σε κράτος και ιδιωτικό κεφάλαιο, ανάμεσα στο πρόσωπο που κατέχει την εξουσία και στον θεσμό που την υπερβαίνει.

Ο John Adams, δεύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ, άφησε ίσως το πιο διαρκές δίδαγμα αυτής της παράδοσης όταν, χάνοντας τις εκλογές του 1800, παρέδωσε ειρηνικά την εξουσία στον αντίπαλό του Thomas Jefferson. Η αρχή που θεμελίωσε, ότι το αξίωμα είναι μεγαλύτερο από τον άνθρωπο που το κατέχει, δεν είναι μακριά από την αρχαία ελληνική αντίληψη περί νόμου (νόμος) ως κάτι ανώτερου από τον άρχοντα. Είναι μια ιδέα που ο Διαφωτισμός δανείστηκε εν μέρει από την κλασική πολιτική φιλοσοφία και την ενσωμάτωσε στο θεμέλιο του αμερικανικού πολιτεύματος.

Πέντε φάσεις ισχύος

Αν διαβάσει κανείς τη διαδοχή των πέντε οικογενειών όχι ως γενεαλογία αλλά ως ιστορία μετασχηματισμών ισχύος, αναδύεται ένα ενδιαφέρον μοτίβο:

– Adams (1770-1820) θεμελίωσαν τη νομιμοποίηση του θεσμού απέναντι στο πρόσωπο.

– Rockefeller (1870-1960) έδειξαν πόσο μεγάλη μπορεί να γίνει η ιδιωτική οικονομική ισχύς, και πώς αναζητά τελικά τη νομιμοποίησή της μέσα από τη δημόσια προσφορά.

– Roosevelt (1901-1945), με τον Theodore και κυρίως τον Franklin D., αντιπροσώπευσαν την απάντηση του κράτους απέναντι στην ιδιωτική ισχύ: τη μετατροπή του ομοσπονδιακού κράτους σε ενεργό παράγοντα της καθημερινότητας.

– Kennedy (1960-1968) εισήγαγαν τη διάσταση της εικόνας: η πολιτική έγινε μιντιακή, η ηγεσία έγινε αφήγημα.

– Bush (1989-2009) συνόψισαν τη μετάβαση από τη στρατηγική ηγεμονία μέσα από συμμαχίες (Πόλεμος του Κόλπου) στην πιο επιθετική, μονομερή εκδοχή της αμερικανικής ισχύος μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Η Αμερική, δηλαδή, δεν εξελίχθηκε γραμμικά. Εξελίχθηκε μέσα από διαδοχικές ανακατατάξεις ανάμεσα σε κράτος, κεφάλαιο, εικόνα και στρατηγική, με κάθε γενιά να ξαναδιαπραγματεύεται την ισορροπία.

Ποιο μοντέλο ισχύος σήμερα;

Το ερώτημα που αξίζει να τεθεί εν όψει της Άγκυρας είναι: ποιο από αυτά τα μοντέλα κυριαρχεί σήμερα στην αμερικανική στρατηγική σκέψη; Η γενιά Bush αντιπροσώπευε μια ηγεμονία που, στην καλύτερή της εκδοχή, αναζητούσε νομιμοποίηση μέσα από συμμαχίες και περιορισμένους στόχους. 

Η σημερινή στιγμή, με τη συζήτηση περί ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, την κατάρρευση κοινών ευρωπαϊκών αμυντικών προγραμμάτων όπως το FCAS, και την αναζήτηση νέων μορφών διαλειτουργικότητας εντός ΝΑΤΟ, θέτει ξανά το ίδιο ερώτημα που απασχόλησε κάθε αμερικανική γενιά: πόση ισχύ αναλαμβάνει μονομερώς μια δύναμη, και πόση μοιράζεται μέσα από θεσμούς και συμμαχίες;

Για χώρες όπως η Ελλάδα και η Σουηδία (δεδομένου ότι εδώ και 57 περίπου χρόνια ζω εδώ) — η δεύτερη πλέον πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ και «πρότυπο» διαλειτουργικότητας για άλλες χώρες της Βόρειας Ευρώπης— το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι ερώτημα στρατηγικού σχεδιασμού: αν η Ουάσινγκτον στρέφεται και πάλι προς μια πιο συμμαχική, λιγότερο μονομερή αντίληψη ισχύος, η Ευρώπη οφείλει να είναι έτοιμη να αναλάβει πραγματικό ρόλο εταίρου, όχι απλώς αποδέκτη αμερικανικών αποφάσεων.

Το δίδαγμα για την Ευρώπη

Τα 250 χρόνια της αμερικανικής δημοκρατίας δεν είναι ιστορία μιας ευθύγραμμης προόδου, αλλά ιστορία μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε ιδιωτική ισχύ και δημόσιο θεσμό, ανάμεσα σε εθνική αυτονομία και συμμαχική δέσμευση. Καθώς η Ευρώπη διαμορφώνει τη δική της στρατηγική αυτονομία εν μέσω της Συνόδου της Άγκυρας, το δίδαγμα δεν είναι να αντιγράψει το αμερικανικό μοντέλο, αλλά να κατανοήσει τη λογική του: ότι η ισχύς, όσο μεγάλη κι αν είναι, χρειάζεται πάντα να αναζητά τη νομιμοποίησή της, είτε μέσα από θεσμούς, είτε μέσα από συμμαχίες, είτε μέσα από την ιστορική της συνέπεια.

[Το κείμενο βασίζεται εν μέρει σε κάποια στοιχεία από άρθρο της Dagens Industri, 4 Ιουλίου 2026) με τίτλο «Dynastierna som har format USA»]