Η ελληνική χρεοκοπία δεν ήταν μόνο οικονομική κρίση. Ήταν συνολική αποδιάρθρωση της χώρας. Μαζί με τα εισοδήματα και τη μεσαία τάξη, κατέρρευσε και η πολιτική σταθερότητα της Μεταπολίτευσης.
Οι Karl Marx και Friedrich Engels περιέγραψαν τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική «Βάση» και το πολιτικό «Εποικοδόμημα». Η Βάση είναι η οικονομία, η παραγωγή, η εργασία και οι κοινωνικές σχέσεις. Πάνω σε αυτήν στηρίζονται τα κόμματα, οι θεσμοί, οι ιδεολογίες και συνολικά το πολιτικό σύστημα.
Όταν η Βάση είναι σταθερή, υπάρχει πολιτική συνοχή. Όταν όμως διαλύεται, αρχίζει να αποσυντίθεται και το εποικοδόμημα.
Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ελλάδα μετά το 2010.
Η κοινωνία έχασε την εμπιστοσύνη της και άρχισε να αναζητά συνεχώς «σωτήρες». Μέσα σε λίγα χρόνια εμφανίστηκαν και εξαφανίστηκαν κόμματα όπως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, Το Ποτάμι, η Ένωση Κεντρώων και άλλοι προσωποπαγείς σχηματισμοί. Ακόμη και η εκρηκτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ήταν προϊόν αυτής της κοινωνικής αποσταθεροποίησης.
Το πιο σκοτεινό αποτέλεσμα υπήρξε η Χρυσή Αυγή. Η άνοδός της δεν ήταν ιστορικό ατύχημα αλλά σύμπτωμα μιας κοινωνίας που είχε χάσει οικονομική ασφάλεια, εμπιστοσύνη στους θεσμούς και αίσθηση προοπτικής.
Το 2019 η Νέα Δημοκρατία επέστρεψε στην εξουσία δημιουργώντας την αίσθηση σταθερότητας. Όμως οι βασικές αιτίες της κρίσης δεν αντιμετωπίστηκαν ουσιαστικά. Η χώρα δεν απέκτησε νέο παραγωγικό μοντέλο, η κοινωνική ανισότητα παρέμεινε και η νέα γενιά συνεχίζει να βιώνει ανασφάλεια και αδυναμία προοπτικής , ενώ η ΗΘΙΚΗ της πολιτικής δέχτηκε <<θανασιμα>> χτυπήματα.
Γι’ αυτό και το φαινόμενο συνεχίζεται με την ίδια ένταση , με ίδια ή διαφορετικά πρόσωπα και ονόματα
Η πρόσφατη ανακοίνωση πολιτικής κίνησης γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού μετά την τραγωδία των Τεμπών αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της εποχής. Σε μια κοινωνία βαθιά απογοητευμένη από τα κόμματα και τους θεσμούς, ακόμη και το ατομικό πένθος και η προσωπική τραγωδία μπορούν να μετατραπούν σε πολιτικό κεφάλαιο και πιθανή πολιτική σταδιοδρομία.
Αυτό δεν αφορά μόνο το ίδιο το πρόσωπο. Αφορά κυρίως μια κοινωνία που, επειδή δεν εμπιστεύεται πλέον τους θεσμούς, αναζητά αυθεντικότητα, ηθική δικαίωση και ελπίδα σε πρόσωπα που συμβολίζουν πόνο, σύγκρουση και καταγγελία του συστήματος.
Παράλληλα, η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα ως πιθανής εναλλακτικής λύσης δείχνει ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί ακόμη να παράξει μια νέα σταθερή ιστορική σύνθεση. Έτσι η κοινωνία επιστρέφει συνεχώς είτε σε παλιούς πρωταγωνιστές είτε σε νέους προσωποκεντρικούς φορείς ελπίδας.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το μεγάλο ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής είναι αν μπορεί να επανακτήσει πολιτική ηγεμονία ως ιστορικό και συστημικό κόμμα εξουσίας.
Όχι ως κόμμα διαμαρτυρίας. Όχι ως απλό συμπλήρωμα κυβερνήσεων. Αλλά ως δύναμη που θα εκφράσει ξανά τη μεσαία τάξη, την παραγωγική Ελλάδα, τη νέα γενιά και την κοινωνική συνοχή και ταυτόχρονα ως παράγοντας ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑΣ.
Για να συμβεί αυτό, δεν αρκεί μια αλλαγή προσώπων ή επικοινωνίας. Απαιτείται νέα κοινωνική συμμαχία, νέο παραγωγικό όραμα και καθαρή πολιτική ταυτότητα και ηγεσία ικανή να εμπνεύσει. Διότι η πολιτική ηγεμονία δεν κατακτάται μόνο εκλογικά· κατακτάται όταν μια κοινωνία πιστέψει ξανά ότι ένα κόμμα μπορεί να εκφράσει το συλλογικό της μέλλον. Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση της Ηγεσίας και της Ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ . Θα κριθούν και θα αξιολογηθούν στις επόμενες εκλογές .
Αν το ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρει να καλύψει αυτό το κενό, τότε η πολιτική ρευστότητα θα συνεχιστεί και η χώρα θα παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν διαρκή κύκλο προσωρινών σωτήρων, εφήμερων σχηματισμών ,κρίσης αντιπροσώπευσης και με την συντηρητική παράταξη στο τιμόνι της χώρας .
Γιατί τελικά, όταν η οικονομική και κοινωνική Βάση παραμένει ασταθής, κανένα πολιτικό εποικοδόμημα δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματική διάρκεια, εμπιστοσύνη και ιστορική σταθερότητα.