«Ηθική Επανάσταση». Το σύνθημα (με τις γραφικά αναπαλαιωμένες «μαοϊκές» συνδηλώσεις του όρου) που επέλεξε ο κ. Τσίπρας ως φόντο στο πρώτο «εθνικό συμβούλιο» του κόμματός του, επιτείνει τη γενικευμένη καχυποψία και τις κοινότυπες κατηγορίες των πολιτών για τη δήθεν «διεφθαρμένη» τάξη των πολιτικών. Από την άλλη μεριά, η απαράδεκτη δήλωση του κ. Γεωργιάδη πως ο κ. Τσίπρας είναι ο «βρομερότερος των βρομερών» πολιτικών δείχνει πως ο επικείμενος προεκλογικός αγώνας βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας παρεκτροπής. Αν επικρατήσει αυτή η «ηθικοποίηση» της πολιτικής, αν η διαφθορά υποκαταστήσει την πραγματική αναμέτρηση των πολιτικών επιχειρημάτων και προγραμμάτων, τότε η απαξίωση του πολιτικού κόσμου δεν θα στρέψει μόνο τους πολίτες στον περίφημο «αντι-συστημισμό» αλλά θα μολύνει τα ίδια τα λεγόμενα κυβερνητικά κόμματα με το δηλητήριο της λαϊκιστικής δημαγωγίας.
Για την ΕΛΑΣ, τα πρώτα συμπτώματα είναι ήδη φανερά. Ο κ. Τσίπρας υποστήριξε πως «θα βρούμε τα λεφτά στην εντιμότητά μας»,1 ενώ, η ΝΔ σε όλους τους τόνους έχει επιλέξει, εδώ και καιρό, την «αριστεία» ως ηθικό βαρόμετρο για όλα τα επιμέρους πεδία και δράσεις της πολιτικής. Κάπως έτσι, ανάμεσα στην εγκωμιαστική αυτο-προβολή των αρχών («εντιμότητα») και στην υπαγωγή όλων των κινήτρων σε έναν αποκλειστικό σκοπό («αριστεία»), η δημοκρατική πολιτική κινδυνεύει να χάσει ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της : τη ρεπουμπλικανική αρετή της δημόσιας ηθικότητας και της κυβερνητικής χρηστότητας.
Με έναν ειρωνικό τρόπο, εμείς οι πολίτες και ψηφοφόροι νιώθουμε να γίνονται ξανά επίκαιροι οι καβαφικοί στίχοι: «Οι Αλεξανδρινοί ένιωθαν βέβαια /που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά». Η «εντιμότητα» του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ έχει εκδηλωθεί και έχει κριθεί πολλές φορές και με πολλούς τρόπους: όταν προεκλογικά ο κ. Τσίπρας καταργούσε τα μνημόνια «μ’ ένα νόμο, μ’ ένα άρθρο», όταν, λίγο αργότερα, ψήφισε το τρίτο και επαχθέστερο Μνημόνιο, όταν το κόμμα της «πρώτης φοράς Αριστερά» νομιμοποίησε ιδεολογικά τη συγκυβέρνηση με τον ακροδεξιό κ. Καμμένο, όταν η κυβέρνηση οργάνωσε το γελοίο και καταστροφικό δημοψήφισμα για να κάνει μια δήθεν «μπλόφα» στους ευρωπαίους εταίρους, όταν οι υπουργοί των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ περηφανεύονταν για τις εξευτελιστικές σκηνές επαιτείας μετά το κλείσιμο των τραπεζών, όταν κάποιοι άλλοι υπουργοί εκείνης της κυβέρνησης καταδικάστηκαν από το ειδικό δικαστήριο, και, τέλος, όταν, προκειμένου να διασωθεί η κυβέρνησή των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έστηνε μέσα στη Βουλή τις κάλπες της σκευωρίας για το «σκάνδαλο Novartis», προκειμένου να διασύρει τους πολιτικούς αντιπάλους της.
Το ενδιαφέρον, λοιπόν, είναι ότι, ακόμη και σήμερα, στη νέα μετάλλαξη του, ο κ. Τσίπρας επιμένει σε αυτή την ηθικολογική αξίωση του κόμματός του («εντιμότητα, ηθική επανάσταση»). Αυτή η επιμονή επιβεβαιώνει, ωστόσο, ένα μόνιμο και τυπικό γνώρισμα όλων των λαϊκιστών ηγετών. Επειδή «η βάση της διεκδίκησής τους είναι ηθική και συμβολική, δεν είναι εμπειρική, άρα δεν είναι δυνατόν να αποτύχει».2 Όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση, καταγγέλλουν την ηθική διαφθορά της κυβέρνησης και, όταν βρεθούν στην κυβέρνηση, φροντίζουν να καταδείξουν τους νέους «εχθρούς του λαού». Βρίσκονται σε έναν διαρκή φαντασιακό πόλεμο με τους «ολιγάρχες», ενώ παράλληλα, φροντίζουν να περιορίσουν την κοινωνική λογοδοσία μέσα από τον έλεγχο των «αρμών της εξουσίας» - για να θυμηθούμε την περίφημη φράση του γνωστού οξύθυμου κρητικού βουλευτή.
Μια διαφορετική αλλά ξεχωριστή περίπτωση είναι η δεξιά ηθικολογική προσέγγιση της «αριστείας». Ένα από κυρίαρχα αφηγήματα της ΝΔ ήταν η επαναφορά της «κανονικότητας»· μιας κανονικότητας που εδράζεται στο επιτελικό κράτος, στη διαρκή αξιολόγηση, στην ανάδειξη της αριστείας. Σε αυτή την αντίληψη, ωστόσο, υπήρχε μια σκόπιμη σημασιολογική διολίσθηση. Ως έννοια, η αριστεία είναι μια δίκαιη επιβράβευση, που, ωστόσο προϋποθέτει την αξιοκρατία, η οποία, με τη σειρά της, προϋποθέτει τις ίσες ευκαιρίες, προκειμένου να διακριθούν εκείνοι που εργάζονται προς όφελος της κοινωνίας και των «κοινών αγαθών». Η αριστεία, επομένως, δεν είναι-δεν μπορεί να είναι- ένα ιδιωτικό προσόν που διαθέτουν κάποιοι λίγοι, επειδή είχαν την τύχη να έχουν καλύτερες σπουδές, μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια, «ευγενέστερη» οικογενειακή καταγωγή ή υψηλότερη κοινωνική αναγνωρισιμότητα. Αυτή είναι μια αντίληψη της αριστείας που δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ισότητας των πολιτών και των δικαιωμάτων τους.
Αυτήν ακριβώς την αντίληψη πληρώνει τώρα η ΝΔ, καθώς οι ρηγματώσεις του κράτους δικαίου (υποκλοπές), οι καταχρήσεις του πελατειακού κράτους (σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ) και η ολιγοπωλιακή υπαγωγή των δημόσιων συμφερόντων στα ιδιωτικά (πρωτοφανής ενίσχυση των «καρτέλ») έχουν παγιώσει την εικόνα πως όχι μόνο αριστεία δεν υπάρχει αλλά, στη δεύτερη τετραετία, η διαφθορά έχει γίνει πλέον οργανικό στοιχείο της διακυβέρνησης. Ας θυμηθούμε τι έλεγε ο ίδιος ο πρωθυπουργός για τα πέντε «άλφα» του κόμματός του: «Την κυβερνητική πρόταση της Νέας Δημοκρατίας διαπερνούν τα “5 Αλφα”: Ανάπτυξη – Αξιοκρατία – Αλληλεγγύη – Αριστεία – Αξιοπιστία, καθένα εκ των οποίων αντανακλά μια θεμελιώδη αξία για μας και την πολιτική μας». Και ας σκεφτούμε επίσης πόσα από αυτά τα «άλφα» έχουν απομείνει πλέον στο αλφαβητάρι της κυβέρνησης. Κατά κάποιο τρόπο, τόσο ο κ. Τσίπρας όσο και κ. Μητσοτάκης είναι θύματα των αντι-πολιτικών απλουστεύσεων που εισηγήθηκαν – και συνεχίζουν να υποστηρίζουν-, προκειμένου να διαμορφώσουν το επικοινωνιακό δίπολο του ηθικισμού.
Προφανώς, για τον χώρο της φιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, αυτό το πεδίο πρέπει να αποκλειστεί ως πεδίο αντιπαράθεσης. Επειδή όμως ακόμη και ο ηθικισμός συνδέεται με όντως πραγματικά προβλήματα της δημοκρατίας και της κοινωνίας, το αντικείμενο της κριτικής και των προγραμματικών προτάσεων πρέπει να επικεντρώνεται σε αυτά ακριβώς τα προβλήματα. Με ποιες θεσμικές εγγυήσεις μπορεί σήμερα μια άλλη κυβέρνηση να εκσυγχρονίσει το κράτος δικαίου, να συγκρουστεί με το πελατειακό κράτος, να ορίσει νέο κανονιστικό πλαίσιο ανάμεσα στους κανόνες της αγοράς και στην αγοραστική δύναμη των πολιτών; Με άλλα λόγια, το ΠΑΣΟΚ, ως ιστορικός εκφραστής –ιδίως, από ένα σημείο και μετά- του χώρου της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, πρέπει να στραφεί στις «δίκαιες μεταρρυθμίσεις» και αναζητήσει τη μεγάλη «κεντρώα συμμαχία», που θα επαναφέρει στο προσκήνιο τη δημοκρατική θέσμιση του κράτους και της «κοινωνίας των πολιτών». Ανάμεσα στους ηθικά επαναστατημένους και στους κατά φαντασίαν άριστους, υπάρχουν και οι επίμονοι μετριοπαθείς δημοκράτες, που εξακολουθούν να πιστεύουν στο «πρωτείο της πολιτικής». Μήπως είναι καιρός να δούμε «που να βρίσκεται κρυμμένο το κοινό»;