Οκτώ χρόνια συμπληρώνονται από την τραγωδία στο Μάτι, στον Νέο Βουτζά και στο Κόκκινο Λιμανάκι. Από εκείνη την ημέρα που 104 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, οικογένειες διαλύθηκαν, παιδιά μεγάλωσαν με εικόνες που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να έχει δει και μια ολόκληρη κοινωνία σημαδεύτηκε για πάντα.
Για τους συγγενείς των θυμάτων και για τους επιζώντες, το Μάτι δεν είναι μια επέτειος. Είναι καθημερινότητα. Είναι απώλεια, τραύμα, θυμός, αναζήτηση αλήθειας και δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε τελετές και λόγια. Αποκτά ουσία μόνο όταν γίνεται ευθύνη, λογοδοσία και αλλαγή.
Το Μάτι μάς ζητά να κοιτάξουμε κατάματα το ελληνικό κράτος. Όχι μόνο όπως λειτούργησε τότε, αλλά όπως εξακολουθεί να λειτουργεί σήμερα. Οκτώ χρόνια μετά το Μάτι και τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, η αλήθεια είναι σκληρή: το κράτος δεν έχει μάθει να προλαμβάνει συστηματικά. Δεν έχει μάθει να εφαρμόζει με συνέπεια τους κανόνες που το ίδιο θεσπίζει. Δεν έχει μάθει να σχεδιάζει με βάση τα χειρότερα σενάρια
Οι τραγωδίες διαφέρουν μεταξύ τους. Το κοινό ερώτημα, όμως, παραμένει: διορθώνεται το κράτος μετά από μια καταστροφή ή επιστρέφει, λίγο αργότερα, στις ίδιες παθογένειες;
Η Επιτροπή Goldammer, που συγκροτήθηκε μετά την τραγωδία στο Μάτι, κατέγραψε με ακρίβεια το πρόβλημα. Στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών εμπλέκονταν 45 διαφορετικοί φορείς, ενώ στην καταστολή συμμετείχαν 17 φορείς, κατανεμημένοι σε 6 υπουργεία με 11 διαφορετικές κατηγορίες αρμοδιοτήτων. Ένα σύστημα κατακερματισμένο, χωρίς ενιαίο κέντρο σχεδιασμού, χωρίς σαφή κατανομή ευθυνών και με δυσκολίες στον επιχειρησιακό συντονισμό. Έξι χρόνια μετά την παράδοση του πορίσματος, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: μειώθηκε πράγματι αυτή η πολυπλοκότητα; Βελτιώθηκαν η πρόληψη, ο συντονισμός, η ταχύτητα παρέμβασης και η αποκατάσταση; Και, κυρίως, υπάρχουν μετρήσιμα αποτελέσματα που να το αποδεικνύουν;
Η διεθνής εμπειρία είναι σαφής: η μάχη κερδίζεται πριν ανάψει η φωτιά. Στη διαχείριση των δασών, στον πολεοδομικό σχεδιασμό, στην ανθεκτικότητα των υποδομών, στην εκπαίδευση των πολιτών, στην ετοιμότητα των υπηρεσιών. Η κλιματική κρίση δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την κρατική αδράνεια. Όσο πιο ακραία γίνονται τα φαινόμενα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η υποχρέωση της Πολιτείας να προβλέπει, να προλαμβάνει και να προστατεύει.
Σήμερα υπάρχουν διεθνώς νέα εργαλεία: συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης με κάμερες, αισθητήρες και δορυφόρους, αλγόριθμοι που προβλέπουν την εξάπλωση της φωτιάς, drones, ρομποτικά μέσα, ενιαίες βάσεις δεδομένων και διαλειτουργικότητα μεταξύ των υπηρεσιών. Όμως, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση, επένδυση, εκπαίδευση και συνεργασία κράτους, αυτοδιοίκησης, πανεπιστημίων και επιχειρήσεων.
Εξίσου κρίσιμος είναι και ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σήμερα, σε δεκάδες δήμους λειτουργούν δημοτικά πυροφυλάκια και ομάδες εθελοντών που κάθε καλοκαίρι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πρόληψης και της έγκαιρης κινητοποίησης. Κι όμως, η χρηματοδότηση των δήμων για την Πολιτική Προστασία παραμένει περιορισμένη και δυσανάλογη των ευθυνών που τους έχουν ανατεθεί, ενώ ο συντονισμός μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων εξακολουθεί να είναι δύσκολος και συχνά αποσπασματικός. Είναι καιρός να ολοκληρωθεί επιτέλους το θεσμικό πλαίσιο στήριξης των εθελοντών, που αποτελούν τους αφανείς ήρωες κάθε μεγάλης μάχης με τις πυρκαγιές, αλλά και να αντιμετωπιστούν με σοβαρότητα τα χρόνια ζητήματα που αφορούν το εργασιακό καθεστώς, την εκπαίδευση και τη συνεχή ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού του Πυροσβεστικού Σώματος.
Εδώ κρίνεται και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Η απένταξη από το Ταμείο Ανάκαμψης της αναβάθμισης των επτά υφιστάμενων Canadair και του έργου δημιουργίας των δεκατριών Περιφερειακών Κέντρων Πολιτικής Προστασίας δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική αποτυχία. Γιατί αφορά ακριβώς εκείνες τις υποδομές που θα έπρεπε να ενισχύουν την ετοιμότητα, τον περιφερειακό συντονισμό και την άμεση αντίδραση.
Πηγή: www.metarithmisi.gr