Καθώς συζητείται η δημιουργία νέου υπουργείου για την ανώτατη εκπαίδευση και την έρευνα, ένα επιχείρημα επανέρχεται συχνά: ότι έτσι κάνουν «οι άλλοι». Η σύγκριση με την Ευρώπη είναι εύλογη και χρήσιμη. Οι αριθμοί συχνά λένε κάτι πιο ενδιαφέρον από όσο νομίζουμε, και όχι αυτό που συνήθως υποθέτουμε.
Ο παρακάτω πίνακας καταγράφει, για κάθε κράτος-μέλος, ποιο υπουργείο έχει την ευθύνη για την έρευνα και καινοτομία, ποιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, και ποιο για τη σχολική εκπαίδευση.
|
Χώρα
|
Έρευνα & Καινοτομία
|
Τριτοβάθμια
|
Πρωτοβάθμια & Δευτεροβάθμια
|
|
Αυστρία
|
Παιδείας, Επιστημών & Έρευνας (καινοτομία: + Υπ. Οικονομίας)
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Βέλγιο
|
περιφέρειες (EWI, SPW)
|
κοινοτικά
|
← ίδιο
|
|
Βουλγαρία
|
Παιδείας & Επιστήμης (+ Υπ. Καινοτομίας & Ανάπτυξης)
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Γαλλία
|
Ανώτατης Εκπ/σης, Έρευνας & Διαστήματος
|
← ίδιο
|
Εθνικής Παιδείας
|
|
Γερμανία
|
Ομοσπ. Υπ. Έρευνας, Τεχνολογίας & Διαστήματος
|
← ίδιο
|
κρατίδια
|
|
Δανία
|
Ανώτατης Εκπαίδευσης & Επιστήμης
|
← ίδιο
|
Παιδείας & Παιδιών
|
|
Ελλάδα
|
Ανάπτυξης
|
Παιδείας & Θρησκευμάτων
|
Παιδείας & Θρησκευμάτων
|
|
Εσθονία
|
Παιδείας & Έρευνας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Ιρλανδία
|
Περαιτέρω & Ανώτατης Εκπ/σης, Έρευνας, Καινοτομίας & Επιστήμης
|
← ίδιο
|
Παιδείας
|
|
Ισπανία
|
Επιστήμης, Καινοτομίας & Πανεπιστημίων
|
← ίδιο
|
Παιδείας & Κατάρτισης
|
|
Ιταλία
|
Πανεπιστημίου & Έρευνας (MUR)
|
← ίδιο
|
Παιδείας & Αξίας
|
|
Κροατία
|
Επιστήμης, Παιδείας & Νεολαίας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Κύπρος
|
Υφυπ. Έρευνας, Καινοτομίας & Ψηφ. Πολιτικής (παρά τω Προέδρω)
|
Παιδείας, Αθλητισμού & Νεολαίας
|
Παιδείας, Αθλητισμού & Νεολαίας
|
|
Λετονία
|
Παιδείας & Επιστήμης
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Λιθουανία
|
Παιδείας, Επιστήμης & Αθλητισμού
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Λουξεμβούργο
|
Ανώτατης Εκπαίδευσης & Έρευνας
|
← ίδιο
|
Εθνικής Παιδείας
|
|
Μάλτα
|
Παιδείας, Αθλητισμού & Νεολαίας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Ολλανδία
|
Παιδείας, Πολιτισμού & Επιστήμης
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Ουγγαρία
|
Πολιτισμού & Καινοτομίας
|
← ίδιο
|
Εσωτερικών
|
|
Πολωνία
|
Επιστήμης & Ανώτατης Εκπαίδευσης
|
← ίδιο
|
Εθνικής Παιδείας
|
|
Πορτογαλία
|
Παιδείας, Επιστήμης & Καινοτομίας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Ρουμανία
|
Παιδείας & Έρευνας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Σλοβακία
|
Παιδείας, Έρευνας, Ανάπτυξης & Νεολαίας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Σλοβενία
|
Ανώτατης Εκπ/σης, Επιστήμης & Καινοτομίας
|
← ίδιο
|
Υπ. Παιδείας
|
|
Σουηδία
|
Παιδείας
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Τσεχία
|
Παιδείας, Νεολαίας & Αθλητισμού
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
|
Φινλανδία
|
Παιδείας & Πολιτισμού (+ Υπ. Οικονομίας)
|
← ίδιο
|
← ίδιο
|
Ο πίνακας επιδέχεται δύο αναγνώσεις, και αξίζει να διακριθούν, γιατί απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα.
Η πρώτη ανάγνωση μας δείχνει πως η έρευνα βρίσκεται μαζί με την τριτοβάθμια εκπαίδευση σε είκοσι πέντε από τις είκοσι επτά χώρες. Μικρές εξαιρέσεις στην Αυστρία, τη Φινλανδία και τη Βουλγαρία όπου η καινοτομία μοιράζεται με τα υπουργεία Οικονομίας ή Ανάπτυξης. Η συστέγαση έρευνας και τριτοβάθμιας είναι, δηλαδή, ο ευρωπαϊκός κανόνας, και εύλογα, αφού τα πανεπιστήμια είναι ο βασικός φορέας παραγωγής έρευνας παντού.
Οι μοναδικές πραγματικές εξαιρέσεις είναι η Κύπρος και η Ελλάδα. Στην Κύπρο, το Υφυπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής, που ιδρύθηκε τον Μάρτιο του 2020, είναι «παρά τω Προέδρω», με τον υφυπουργό να διορίζεται με πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η αιτιολόγηση της ίδρυσής του ήταν ρητά ο συντονισμός αρμοδιοτήτων που ασκούνταν προηγουμένως κατακερματισμένα από διαφορετικά τμήματα και υπηρεσίες. Στην Ελλάδα η Γενική Γραμματεία Έρευνας και Καινοτομίας υπάγεται στο Υπουργείο Ανάπτυξης από τον Ιανουάριο του 2021, δηλαδή η χώρα βρίσκεται σήμερα σε μία από τις δύο μόνες περιπτώσεις στην Ένωση όπου η έρευνα είναι θεσμικά αποκομμένη από τα πανεπιστήμια που την παράγουν, με απόφαση της σημερινής κυβέρνησης που παρουσιάζει την διόρθωση για το λάθος της ως … καινοτομία.
Η δεύτερη ανάγνωση, μας δείχνει πως σε δεκαεπτά χώρες όλες οι βαθμίδες εκπαίδευσης βρίσκονται μαζί, ενώ σε δέκα χώρες υφίσταται διαχωρισμός τριτοβάθμιας-και-έρευνας από τη σχολική εκπαίδευση. Βλέπουμε δηλαδή δύο σαφείς επιλογές, με πλειοψηφική την επιλογή της διατήρηση πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας στο ίδιο υπουργείο, όπως (αν δεν κάνω λάθος στην σύντομη επισκόπηση που έκανα) συμβαίνει και στην Ελλάδα από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους μέχρι και σήμερα.
Η επικείμενη μεταρρύθμιση, δηλαδή, κάνει ταυτόχρονα δύο διαφορετικά πράγματα, που καλό είναι να μη συγχέονται. Το πρώτο είναι η επανένωση της έρευνας με την τριτοβάθμια εκπαίδευση: αυτό είναι επανασύγκλιση με τον ευρωπαϊκό κανόνα, και βγάζει την Ελλάδα από μια κατηγορία στην οποία βρίσκεται μόνη της μαζί με την Κύπρο. Τονίζω πως αυτό δεν αποτελεί νέα επιλογή αλλά επαναφορά στην κατάσταση που η ίδια η κυβέρνηση πριν από έξι χρόνια διαφήμιζε ως στρατηγική επιλογή. Το δεύτερο είναι ο διαχωρισμός της τριτοβάθμιας από τη σχολική εκπαίδευση: αυτό είναι υπαρκτή ευρωπαϊκή επιλογή, αλλά μειοψηφική. Δέκα στα είκοσι επτά. Δεν είναι εξωτικό μοντέλο (το ακολουθούν η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία) ούτε όμως η κατεύθυνση προς την οποία συγκλίνει η Ευρώπη, και ούτε αυτό που ακολουθούν οι περισσότερες από τις κορυφαίες σε ερευνητική επίδοση χώρες, όπως θα δούμε αμέσως.
Ας σημειώσουμε εδώ πως η Ελλάδα θα συνεχίσει να αποτελεί ιδιαιτερότητα σε σχέση με την διακυβέρνηση της εκπαίδευσης, μια και σταθερά συμπεριλαμβάνει και τα θρησκεύματα σε αυτήν.
Όλα αυτά καλλιεργούν την θεσμική αστάθεια. Τρεις μετακινήσεις της κεντρικής υπηρεσίας έρευνας σε δεκαπέντε χρόνια: ανάπτυξη, παιδεία, ανάπτυξη, και τώρα ξανά προς την πλευρά της παιδείας. Δεν είναι απλώς διοικητική λεπτομέρεια. Κάθε αναδιάρθρωση καταναλώνει δύο ή τρία χρόνια σε μεταβατικές διατάξεις, νέους οργανισμούς και επαναπροσδιορισμό αρμοδιοτήτων. Χρόνια στα οποία το σύστημα ασχολείται με τον εαυτό του αντί με την έρευνα. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποια αρχιτεκτονική είναι σωστή, αλλά και πόσο θα διαρκέσει αυτή τη φορά.
Η δομή δεν προβλέπει την επίδοση
Αλήθεια όμως, είναι το ξεχωριστό υπουργείο έρευνας και καινοτομίας καθοριστικός παράγοντας για τις επιδόσεις μια χώρας σε κάθε τομέα;
Αν ναι, θα περιμέναμε συστηματική σχέση με την ερευνητική επίδοση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, έξι χώρες πιάνουν ή ξεπερνούν τον στόχο του 3% του ΑΕΠ σε δαπάνες Ε&Α: Σουηδία (3,6%), Βέλγιο (3,4%), Αυστρία (3,3%), Φινλανδία (3,2%), Γερμανία (3,1%) και Δανία (3,0%). Από αυτές τις έξι, μόνο δύο έχουν ξεχωριστό υπουργείο έρευνας, η Γερμανία και η Δανία. Οι άλλες τέσσερις τα έχουν όλα μαζί.
Ίσως υπάρχει σχέση της δομής του υπουργείου με την καινοτομία; Ο European Innovation Scoreboard 2026, που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο μας δείχνει: Innovation Leaders είναι η Σουηδία, η Δανία και η Ολλανδία. Η Σουηδία και η Ολλανδία δεν έχουν ξεχωριστό υπουργείο.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η δομή δεν έχει σημασία: είναι ότι η δομή της διακυβέρνησης έχει πολύ λιγότερη σημασία από όση της αποδίδουμε.
Τι έχει σημασία
Ένα ξεχωριστό υπουργείο μπορεί να προσφέρει πραγματικά πράγματα: μεγαλύτερη ορατότητα του τομέα στο υπουργικό συμβούλιο, δικό του προϋπολογισμό που δεν ανταγωνίζεται π.χ. τα σχολικά κτίρια, διοικητικό μηχανισμό εξοικειωμένο με τη λογική της ερευνητικής χρηματοδότησης. Δεν είναι μικρά.
Μπορεί όμως και να μην προσφέρει τίποτα από αυτά. Ένα υπουργείο χωρίς αντίστοιχους πόρους είναι μια πινακίδα. Και ένα υπουργείο με πόρους αλλά με λάθος κριτήρια κατανομής μπορεί να κάνει ζημιά ταχύτερα από ό,τι θα την έκανε ένα κακό τμήμα μέσα σε ένα μεγαλύτερο υπουργείο.
Βασικό επιχείρημα υπέρ της συνένωσης είναι, ορθά, ο κατακερματισμός: διαφορετικοί φορείς εποπτεύονται από διαφορετικά υπουργεία, τα χρηματοδοτικά εργαλεία δεν συνδέονται σε ενιαία στρατηγική, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα λειτουργούν παράλληλα αντί συνεργατικά. Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και δαπανηρό. Το ζήτημα είναι ότι ο κατακερματισμός δεν είναι πρωτίστως τοπολογικός. Δεν οφείλεται στο πού βρίσκονται σχεδιασμένα τα κουτάκια του οργανογράμματος, αλλά στο ότι οι διαδικασίες δεν μιλούν μεταξύ τους. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων κάτω από μία στέγη δεν ενοποιεί από μόνη της ούτε τα πληροφοριακά συστήματα, ούτε τους κύκλους προκηρύξεων, ούτε τα κριτήρια αξιολόγησης, ούτε τους χρόνους πληρωμών.
Και εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος που η ευρωπαϊκή εμπειρία τεκμηριώνει: η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων χωρίς ταυτόχρονη απλοποίηση διαδικασιών παράγει περισσότερη γραφειοκρατία, όχι λιγότερη. Ένας νέος διοικητικός κόμβος που παρεμβάλλεται ανάμεσα στον ερευνητή και τη χρηματοδότηση, με νέο οργανισμό, νέους κανονισμούς και μεταβατική περίοδο δύο ή τριών ετών, μπορεί να επιδεινώσει ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι θεραπεύει. Η αντιγραφειοκρατική μεταρρύθμιση είναι κατεύθυνση αντίθετη από τη διοικητική αναδιάταξη: η πρώτη αφαιρεί ελέγχους και μεταθέτει την εμπιστοσύνη στο αποτέλεσμα, η δεύτερη προσθέτει επίπεδα. Μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά μόνο αν σχεδιαστούν μαζί και συνειδητά.
Η ουσιαστική δοκιμασία, επομένως, δεν είναι πόσες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται αλλά πόσα βήματα, υπογραφές και μήνες μεσολαβούν από την προκήρυξη ως την εκταμίευση. Αν το νέο σχήμα δεν μειώνει αυτούς τους αριθμούς, ο κατακερματισμός απλώς μετακομίζει σε καινούριο κτίριο (αν και μάλλον οι γραμματείες δεν θα αλλάξουν καν κτίριο και θα υπάρξει ένας ακόμα λόγος δυσλειτουργίας).
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ίδιο επισημαίνει και ο Νεκτάριος Ταβερναράκης, από θέση και γνώση που δύσκολα αμφισβητείται: καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην αντιπρόεδρος του ERC και πρόεδρος του EIT. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «Βήμα» (Μάιος 2026) χαρακτηρίζει την κατεύθυνση της συνένωσης σωστή, αλλά προειδοποιεί ότι χωρίς σταθερούς μηχανισμούς χρηματοδότησης και κουλτούρα ουσιαστικής αξιολόγησης, ο κίνδυνος να αλλάξει απλώς η επιγραφή είναι απολύτως πραγματικός και ότι ένα υπουργείο χωρίς επαρκή στελέχωση και πολυετή χρηματοδοτική σταθερότητα κινδυνεύει να καταλήξει άλλος ένας γραφειοκρατικός ενδιάμεσος. Ερωτηθείς μάλιστα ποιο είναι το πρώτο έλλειμμα της ελληνικής έρευνας, δεν απαντά «τα χρήματα»: απαντά η απουσία θεσμικής συνέχειας.
Το επιχείρημα υπέρ του διαχωρισμού από τη σχολική εκπαίδευση έχει, παρ' όλα αυτά, μια σοβαρή βάση που δεν αφορά τον τίτλο: η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση απορροφά, αναπόφευκτα, τον περισσότερο πολιτικό χρόνο μιας ηγεσίας. Αφορά εκατομμύρια οικογένειες, παράγει καθημερινή επικαιρότητα και έχει άμεσο εκλογικό κόστος. Δίπλα της, η ερευνητική πολιτική τείνει συστηματικά να υποχωρεί στην ιεράρχηση. Αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα προσοχής και προτεραιοτήτων, και ένα ξεχωριστό υπουργείο μπορεί να το αντιμετωπίσει. Αλλά, συγχρόνως, θα δημιουργηθούν πολύ σοβαρά προβλήματα στην μετάβαση από την δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια, ειδικά στο νέο περιβάλλον των μη κρατικών Πανεπιστημίων και των επικείμενων αλλαγών στο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια.
Η ουσιαστική επιλογή
Οι χώρες που έχουν εξαιρετικές επιδόσεις στην έρευνα και την καινοτομία δεν μοιράζονται κοινό οργανόγραμμα. Μοιράζονται κάτι άλλο: σταθερή, πολυετή, προβλέψιμη χρηματοδότηση, με ανταγωνιστικά σχήματα αξιολόγησης και σχετική προστασία από τον πολιτικό κύκλο. Αυτό δεν φαίνεται στην ονομασία κανενός υπουργείου.
Αν η Ελλάδα θέλει να μοιάσει σε αυτές τις χώρες, το ερώτημα είναι αν θα δεσμευτεί σε πολυετή αύξηση των εθνικών πόρων για έρευνα και σε αξιοκρατικά, ανταγωνιστικά κριτήρια κατανομής τους.
Αυτό είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης, και είναι πολύ δυσκολότερο από το ανακάτεμα των αρμοδιοτήτων υπουργών. Η νέα δομή, όποια κι αν είναι, θα κριθεί από αυτό.
Πηγές: Eurydice (Ευρωπαϊκή Επιτροπή), εθνικές κυβερνητικές ιστοσελίδες, Eurostat (δαπάνες Ε&Α 2024, δημοσίευση Δεκεμβρίου 2025· κρατικές δαπάνες Ε&Α κατά κεφαλήν 2024), European Innovation Scoreboard 2026 (Ιούλιος 2026). Οι ονομασίες υπουργείων μεταβάλλονται με κάθε κυβερνητικό ανασχηματισμό· ο πίνακας αποτυπώνει την κατάσταση τον Ιούλιο του 2026.