Η μνήμη της Ουτόϊα και το ενεργό αντίδοτο στο μίσος

Δημήτριος Καρκαμάνης 22 Ιουλ 2026


Στις 22 Ιουλίου 2011, ένας 32χρονος Νορβηγός, ο Anders Behring Breivik, εκτέλεσε δύο συντονισμένες τρομοκρατικές επιθέσεις που άφησαν πίσω τους 77 νεκρούς. Πρώτα πυροδότησε εξ αποστάσεως αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό, τοποθετημένο σε βαν έξω από το κυβερνητικό τετράγωνο του Όσλο, σκοτώνοντας οκτώ ανθρώπους. Λίγες ώρες αργότερα μετέβη στο νησάκι Ούτοϊα (Utøya) όπου η νεολαία των Εργατικών (AUF) διεξήγε το καλοκαιρινό της κατασκηνωτικό συνέδριο, και άνοιξε πυρ επί σχεδόν μία ώρα εναντίον εφήβων και νέων χωρίς διαφυγή. Εξήντα εννέα από αυτούς δολοφονήθηκαν.

Είναι βολικό και ψευδές  να αντιμετωπίζουμε τέτοιες πράξεις ως εκδήλωση μεμονωμένης τρέλας, ως το έργο ενός «τέρατος» που δεν έχει καμία σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Η αλήθεια είναι δυσάρεστη: η επίθεση του Breivik δεν γεννήθηκε στο κενό. Ο ίδιος είχε συντάξει εκτενές μανιφέστο ακροδεξιάς, ισλαμοφοβικής και αντιμαρξιστικής ιδεολογίας που διαιρούσε τους ανθρώπους σε «εμείς» και «αυτοί», που έβλεπε τον πολιτικό αντίπαλο ως προδότη και την πολυμορφία ως απειλή. Όταν αυτή η διαίρεση παγιώνεται αρκετά μέσα σε ένα μυαλό, το μίσος βρίσκει τρόπο να δικαιολογήσει ακόμη και τον μαζικό φόνο.

Και εδώ βρίσκεται το ουσιώδες δίδαγμα: το μίσος σπάνια ξεκινά με τη βία. Ξεκινά με τη σταδιακή διάβρωση της γλώσσας, με λέξεις που κανονικοποιούν την καχυποψία, με έναν λόγο όπου ορισμένοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο σεβασμό από άλλους. Η βία είναι το τελευταίο στάδιο μιας μακράς διαδικασίας απανθρωποίησης που έχει ήδη προηγηθεί στα λόγια, στις εικόνες, στις πολιτικές αφηγήσεις.
Ο διαχωρισμός δεν έχει σβήσει


Δεκαπέντε χρόνια μετά την Ούτοϊα, η ιδεολογία που οδήγησε τον Breivik δεν εξαφανίστηκε, απλώς άλλαξε πρόσωπα. Βλέπουμε σήμερα ακροδεξιά ρεύματα να ενισχύονται σε πολλές δημοκρατίες, αντισημιτισμό και ισλαμοφοβία να αυξάνονται, συνωμοσιολογικές αφηγήσεις να μπαίνουν στον κύριο πολιτικό λόγο, και την απανθρωποίηση του «άλλου» – του μετανάστη, του πρόσφυγα, του διαφορετικού θρησκευτικά ή πολιτισμικά – να παρουσιάζεται πλέον ως λογική πολιτική θέση και όχι ως αυτό που πραγματικά είναι: προάγγελος βίας.

Το ίδιο μοτίβο διαχωρισμού «εμείς–αυτοί» εντοπίζεται και σε ρεύματα όπως το κίνημα MAGA στις Ηνωμένες Πολιτείες, με τη ρηχότητα και τον λαϊκισμό της ρητορικής του να λειτουργούν ως όχημα για τον ίδιο βασικό μηχανισμό: την υποτίμηση του αντιπάλου, τη μετατροπή της πολιτικής διαφωνίας σε υπαρξιακή απειλή, την ανοχή απέναντι σε γλώσσα που θα ήταν απαράδεκτη σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο δημοκρατικού διαλόγου.

Η καταγγελία του μίσους δεν είναι λογοκρισία, είναι υποχρέωση

Εδώ οφείλουμε να είμαστε σαφείς σε κάτι που συχνά συσκοτίζεται σκόπιμα: η καταγγελία της ξενοφοβίας, της ισλαμοφοβίας ή οποιασδήποτε ιδεολογίας διαχωρισμού δεν αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας του λόγου, ειναι η ίδια η άσκησή της. Η ελευθερία της έκφρασης δεν είναι ένα δικαίωμα που ασκείται μόνο από όσους παράγουν μίσος, αλλά και, πρωτίστως, από όσους οφείλουν να το στηλιτεύσουν. 
Η σιωπή απέναντι σε λόγο που δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι ουδετερότητα, είναι συνενοχή.

Το δημοκρατικό πλαίσιο δεν απαγορεύει τη διαφωνία, την κριτική, ακόμη και τη σκληρή αντιπαράθεση ιδεών. Απαγορεύει όμως, ή τουλάχιστον οφείλει να αποδοκιμάζει με σθένος, κάθε λόγο που αρνείται στον άλλον την ίδια του την ανθρώπινη υπόσταση. Η διαφορά ανάμεσα σε μια σκληρή πολιτική άποψη και σε μια ιδεολογία μίσους δεν είναι θέμα έντασης, είναι θέμα ουσίας: η πρώτη αφήνει χώρο στον αντίπαλο να παραμείνει άνθρωπος· η δεύτερη τον αφαιρεί.

Το χρέος της μνήμης


Η μνήμη της Ούτοϊα δεν εξαντλείται σε ανθοδέσμες και ενός λεπτού σιγή. Η πραγματική τιμή στα θύματα είναι η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε τις ίδιες ιδέες όταν επανεμφανίζονται με νέο περιτύλιγμα, είτε αυτό λέγεται εθνικισμός, είτε λαϊκισμός, είτε «πολιτισμική αυτοάμυνα». Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη εκείνο το πρωινό του καλοκαιριού πριν από δεκαπέντε χρόνια, αλλά τι είδους κοινωνία θέλουμε να παραδώσουμε στην επόμενη γενιά.

Όσο το μίσος επιβιώνει με νέες μορφές, η αντίστασή μας σε αυτό οφείλει να παραμένει εξίσου ενεργή, έγκαιρη και ασυμβίβαστη. Είναι το ελάχιστο που χρωστάμε σε όσους δεν γύρισαν ποτέ σπίτι.