Βιώνουμε μια διαδικασία ανασύνθεσης του προοδευτικού χώρου, που όμοιά της είχε να συμβεί από το 1977. Σε αυτό το πλαίσιο, οι διάφορες εκφάνσεις του κεντροαριστερού χώρου απευθύνονται στην πολιτική οικολογία, για να συμμετέχει κι εκείνη στα διάφορα κομματικά σχέδια, για αυτόν τον ευρύ πολιτικό χώρο. Υπάρχει όμως μια παρεξήγηση. Οι Πράσινοι συνήθως καλούμαστε για να προσθέσουμε «κάτι οικολογικό», στα αφηγήματα των τάδε και των δείνα. Φωτοβολταϊκά, υγιεινή διατροφή και τούβλα στα καζανάκια.
Οι συνδαιτημόνες μας μοιάζει να αγνοούν πως η πολιτική οικολογία είναι μια συγκροτημένη πολιτική θεωρία. Πολύτιμη συνεισφορά της είναι πως εισαγάγει στην πολιτική οργάνωση των ανθρώπων την ανάγκη η ανάπτυξη να αυτοπεριορίζεται, από τις ανάγκες της φύσης και τους περιορισμένους φυσικούς πόρους. Αυτή η προσέγγιση καταλήγει σε προγραμματικές θέσεις, για όλα τα πολιτικά ζητήματα, ιδίως τα πιο «βαριά»: την εξωτερική πολιτική και την άμυνα, την οργάνωση του παραγωγικού και ενεργειακού μοντέλου, τη φορολογία και τη διανομή της προστιθέμενης αξίας. Στην πραγματικότητα εμείς είμαστε εκείνοι που επανασχεδιάζουμε την επικράτεια του «εφικτού». Η εποχή μας, δεν είναι πια εκείνη των περιβαλλοντικών υπουργείων, αλλά των οικολογικών κυβερνήσεων.
Θα ήταν όμως λάθος να χρεώσουμε την αμηχανία των ποικιλόμορφων προοδευτικών σε δικές τους ανεπάρκειες. Υπάρχει λόγος που η ελληνική αριστερά και κεντροαριστερά συνεχίζουν να ποντάρουν στις εξορύξεις, στα μεγάλα έργα και στις επενδύσεις-μαμούθ. Εξηγείται που η ασύστολη κρεατοφαγία, οι μάτσο πόζες με στολή βατραχανθρώπου και τεράστιους ροφούς-θηράματα στα χέρια, και η νοσταλγία για τον… λιγνίτη συνεχίζουν να είναι εύκολες επιδείξεις λαϊκότητας. Αν στο πεδίο οι προοδευτικοί συγκατατίθενται αταβιστικά σε κάθε νέο δρόμο, σε κάθε φράγμα, σε όλες τις εγκαταστάσεις που θα φέρουν «δουλειές», φταίμε εμείς, οι οικολόγοι.
Εδώ και τριάντα σχεδόν χρόνια, η πολιτική οικολογία γειώθηκε στην ελληνική κοινωνία μόνο δύο φορές. Το 1989-1990 με τους «Οικολόγους Εναλλακτικούς» και το 2006-2012 με τους «Οικολόγους Πράσινους». Στα μεσοδιαστήματα βυθιστήκαμε στην γνωστή παθογένεια της πολυδιάσπασης, της εσωστρέφειας, των προσωπικών καυγάδων και της ανεπαρκούς κοινωνικής παρέμβασης. Ρόλος μας είναι να εκπαιδεύσουμε την κοινωνία στον οικολογική αντίληψη, και δεν το κάναμε. Αυτή η περίοδος πρέπει να κλείνει. Εάν θέλουμε να βάλουμε τη σφραγίδα μας για μια γενιά στην νέα προοδευτική κίνηση που διαμορφώνεται εδώ και τώρα, θα χρειαστεί να ξαναπιάσουμε αμέσως το νήμα της δικής μας ενότητας και να επιβάλλουμε την πολιτική μας αυτοτέλεια σε όλους μας τους συνομιλητές και επίδοξους συνοδοιπόρους μας.
Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου είναι συμπρόεδρος των Πράσινων-Οικολογίας. Ο Νίκος Ράπτης είναι στέλεχος του Κόσμου-Πράσινης Συμφωνίας, περιφερειακός σύμβουλος Θεσσαλίας. Το βιβλίο του «Από τον σοσιαλισμό στη Βιωσιμότητα» κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Ασίνη».