Γιατί η διοικητική μεταρρύθμιση δεν είναι αρεστή στα κόμματα;

Παναγιώτης Καρκατσούλης 02 Ιουν 2026

Τα θέματα, τα ερωτήματα για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη διοικητική μεταρρύθμιση επ’ ωφελεία των πολιτών και των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, δεν είναι ελκυστικά από τα πολιτικά κόμματα, ιδίως όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές.

Και όσον αφορά τα «παλιά κόμματα» (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ) υπάρχουν ερμηνείες. Η μεν κυβέρνηση έχει να παρουσιάσει ως σημαντικότερο επίτευγμά της το gov.gr που οδήγησε στην ψηφιακή χορήγηση 2.000 μονο-εισοδικών πιστοποιητικών, αφήνοντας ουσιαστικά ανέπαφη τη γραφειοκρατία που εμφιλοχωρεί στις 5000 καταγεγραμμένες (ονομαστικά) διοικητικές διαδικασίες, η οποία, μάλιστα, μεταλλάχθηκε, ταχέως, σε ψηφιακή. Κατά τα λοιπά ανακοίνωσε/πειραματίστηκε με γνωστές από το παρελθόν μεταρρυθμίσεις (στοχοθεσία, αξιολόγηση, έλεγχοι) χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα. Με την διαφθορά να σημειώνει νέα ρεκόρ παρουσίας και με τους πόρους κατανεμημένους άνισα και με πελατειακά κριτήρια, δεν έχει να επιδείξει σπουδαίο έργο. Η διοικητική μεταρρύθμιση υπήρξε ένα άλλοθι για την εξυπηρέτηση νεο-πελατειακών αναγκών και συμφερόντων των κυβερνώντων.

Αντίστοιχη ήταν και η «συνεισφορά» των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Έχοντας ως βασικό μοτίβο της αντιπολιτευτικής τους τακτικής το να απαντούν, σημείο προς σημείο, στην κυβέρνηση και έχοντας μια διαφορετική προτεραιοποίηση των πεδίων παρέμβασής τους (πχ ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές) δεν μπόρεσαν να συνειδητοποιήσουν ότι το υποκείμενο πρόβλημα που προκαλεί, κατά καιρούς, σκάνδαλα και τραγωδίες, τύπου Τεμπών, δεν θεραπεύεται με εξεταστικές/ προανακριτικές επιτροπές της Βουλής και επισκέψεις στην εισαγγελία, τόσο την εθνική όσο και την ευρωπαϊκή. Θεραπεύεται με την υιοθέτηση και εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που αλλάζουν τον λειτουργικό κώδικα των δημοσίων διοικήσεων. Τέτοιες ήταν το ΑΣΕΠ, τα ΚΕΠ, η Διαύγεια. Στην περίοδο της επταετούς διακυβέρνησης της ΝΔ κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν κατέθεσε ένα τέτοιο ολοκληρωμένο σχέδιο. Ακόμη και κάποιες αξιόλογες σημειακές παρεμβάσεις χάθηκαν μέσα στο ορυμαγδό των επιπτώσεων των πολυκρίσεων που δοκιμάζουν την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή του τόπου.

Εν τέλει, τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση έσπρωξαν χωρίς ορμή και διάθεση το κάρο των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων στον δημόσιο τομέα, αφήνοντας ως παρακαταθήκη μια στάσιμη κατάσταση η οποία, λαμβανομένων υπόψη των διεθνών αρνητικών συγκυριών, μπορεί να θεωρηθεί ως de facto υποχώρηση της θέσης της χώρας στον τομέα της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του Δημοσίου.

H πολυ- προπαγανδιζόμενη από τα ΜΜΕ εμφάνιση των δύο νέων κομμάτων του κ. Τσίπρα και της κ. Καρυστιανού είχε μια πλευρά εμφανή-αφανή: Δεν είχαν ούτε (πρόκειται να έχουν) ένα πρόγραμμα δράσης με τις αναγκαίες διοικητικές μεταρρυθμίσεις. Αντί προγράμματος κυριαρχούν γενικολογίες, αφορισμοί και σχήματα λόγου. Γιατί άραγε; Δεν μπορούσαν να έχουν ένα πρόγραμμα ή, συνειδητά, δεν το επεδίωξαν;

Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι πρόδηλη. Και θα ήταν λάθος να αποδοθεί η απουσία του μεταρρυθμιστικού λόγου τους σε υποκειμενικές είτε αντικειμενικές αδυναμίες.

Πρόκειται, μάλλον, για τη «νέα» ποιότητα των πολιτικών κομμάτων- και υπό την έννοια αυτή αξίζει μεγαλύτερη προσοχή τόσο στον λόγο όσο και στα έργα τους. Τα δύο νέα κόμματα είναι απολύτως αρχηγικά. Δεν ισχυριζόμαστε ότι τα προηγούμενα παραδοσιακά κόμματα δεν είναι, πλην όμως καλύπτονται από μια, έστω ασθενή, θεσμικότητα, αφού διαθέτουν εκλεγμένα όργανα, ισχυρές συλλογικότητες (πχ κοινοβουλευτική ομάδα) και μηχανισμούς λογοδοσίας.

Οι διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών έπληξαν σοβαρά την ισχύ του κόμματος-θεσμού της Δημοκρατίας και, πιθανότατα θα οδηγήσουν στην αντικατάστασή του από ένα μονολιθικό κόμμα που οι αποφάσεις του ηγέτη θα αποτελούν αυτόχρημα εντολή για δράση. Στα νέα αυταρχικά/συγκεντρωτικά κόμματα δεν κατοχυρώνεται μόνο ο προσωποκεντρικός ρόλος των ηγετών αλλά και η πλήρης απουσία μεταρρυθμιστικού λόγου. Αυτός αντικαθίσταται από έναν βερμπαλισμό και μια κενολογία που τους επιτρέπει να ερμηνεύουν, κατά το δοκούν, όσα γίνονται και όσα δεν γίνονται, αγνοώντας την πραγματικότητα.

Δεν περίμενα στην πρώτη εμφάνιση τους τα νέα κόμματα να παρουσιάσουν ένα πλήρες πρόγραμμα διακυβέρνησης. Περίμενα, όμως, ν’ ακούσω την κατηγορηματική δέσμευσή τους για τις μεταρρυθμίσεις, υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα. Αντ’ αυτών άκουσα και είδα έναν πρωτοφανή βολονταρισμό, ένα πνεύμα αυταρχικό και απολύτως ναρκισσιστικό, που προδιαγράφει μια αρνητική εξέλιξη σε σχέση με το μέλλον των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα μας.