Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται σήμερα σε μια σπάνια κατάσταση πολιτικής ισχύος.
Δεν γνωρίζω αν θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Αυτό θα το αποφασίσουν οι πολίτες όταν έρθει η ώρα.
Εκτιμώ όμως ότι θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό και στην επόμενη Βουλή.
Η αδυναμία της αντιπολίτευσης, η αδυναμία διαμόρφωσης μιας αξιόπιστης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης και η προσωπική του πολιτική κυριαρχία δημιουργούν μια πραγματικότητα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί αλλά ούτε να αμφισβητηθεί.
Αυτό είναι αναμφίβολα πολιτικό πλεονέκτημα.
Είναι όμως και ευθύνη. Αυξημένη ευθύνη.
Γιατί οι ισχυροί πολιτικοί δεν κρίνονται μόνο από τις εκλογικές τους νίκες.
Κρίνονται και από το αποτύπωμα που αφήνουν στη χώρα.
Από το αν αξιοποίησαν την ισχύ τους για να αντιμετωπίσουν προβλήματα που υπερβαίνουν τον εκλογικό κύκλο και τα όρια της παράταξής τους.
Από το αν σκέφτηκαν ως αρχηγοί κόμματος ή ως μεταρρυθμιστές ηγέτες.
Κατά τη γνώμη μου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πλέον μπροστά του αυτή ακριβώς την επιλογή.
Να περιοριστεί στην προσπάθεια διατήρησης της πολιτικής του κυριαρχίας, έστω και εξασθενημένης, ή να αξιοποιήσει αυτή την κυριαρχία για να αφήσει ένα ουσιαστικό θεσμικό αποτύπωμα στη χώρα.
Οι διαδικασίες για την επικείμενη εκλογική αναμέτρηση προσφέρουν ένα πρώτο πεδίο δοκιμής.
Εξηγούμαι.
Αποτελεί βαριά διαχρονική παθογένεια του πολιτικού μας συστήματος η σχεδόν συστηματική προσφυγή σε πρόωρες εκλογές. Ακόμη περισσότερο είναι πολιτικά απαράδεκτη η επίκληση ανύπαρκτων «εθνικών θεμάτων» προκειμένου να δικαιολογηθούν επιλογές που στην πραγματικότητα υπαγορεύονται από κομματικούς σχεδιασμούς.
Η περίπτωση των επόμενων εκλογών παρουσιάζει όμως μια ιδιαιτερότητα.
Η σημερινή Βουλή συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του 2023 και η θητεία της ολοκληρώνεται το καλοκαίρι του 2027. Την ίδια ακριβώς περίοδο, από την 1η Ιουλίου 2027, η Ελλάδα αναλαμβάνει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρόκειται για μια σημαντική εθνική ευθύνη που απαιτεί προετοιμασία, διοικητική ετοιμότητα και πολιτική σταθερότητα.
Για τον λόγο αυτό δεν είναι προσχηματική μια συζήτηση για τη χρονική μετάθεση των εκλογών λίγους μήνες πριν από την τυπική ολοκλήρωση της τετραετίας.
Υπάρχει όμως ένα ακόμη στοιχείο που θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
Στην πρότασή της για τη συνταγματική αναθεώρηση, η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει την καθιέρωση σταθερού εκλογικού κύκλου με δραστικό περιορισμό των λόγων πρόωρης διάλυσης της Βουλής, αναγνωρίζοντας πως αυτό συνήθως αποσκοπεί στην άντληση ευκαιριακών πολιτικών ωφελημάτων.
Παράλληλα προτείνει την κατάργηση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας και την καθιέρωση σταθερής ημερομηνίας εκλογών ανά τετραετία, με δυνατότητα αυτοδιάλυσης της Βουλής κατόπιν δικής της απόφασης.
Η κατεύθυνση αυτών των προτάσεων είναι σαφής.
Περισσότερη προβλεψιμότητα.
Λιγότερος αιφνιδιασμός.
Λιγότερα ευκαιριακά πολιτικά οφέλη.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, μια πρώτη ευκαιρία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Να μη περιμένει μια μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση, που αμφίβολο αν έρθει ποτέ.
Αλλά να υιοθετήσει από σήμερα το πνεύμα αυτής της θεσμικής λογικής και να αποδείξει την ορθότητα των προτάσεων του κόμματός του.
Θα είναι χρήσιμο πρωτίστως για τη χώρα.
Να αναλύσει λοιπόν ψύχραιμα:
Τις τρέχουσες ανάγκες και υποχρεώσεις της χώρας.
Την προετοιμασία της ελληνικής προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα ανοιχτά μέτωπα του Ταμείου Ανάκαμψης.
Την εκ των πραγμάτων αυξημένη πιθανότητα να απαιτηθούν περισσότερες από μία εκλογικές αναμετρήσεις.
Τον χρόνο που απαιτείται για τον σχηματισμό κυβέρνησης και την προετοιμασία της δημόσιας διοίκησης ενόψει της προεδρίας.
Και αφού τα σταθμίσει όλα αυτά, να παρουσιάσει τον σχεδιασμό του για το εκλογικό χρονοδιάγραμμα στη Βουλή και στην ελληνική κοινωνία.
Αν μάλιστα επιτευχθεί μια στοιχειώδης συνεννόηση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τόσο το καλύτερο.
Αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέξει να συζητήσει ανοικτά το χρονοδιάγραμμα, να ενημερώσει τη Βουλή και να αποποιηθεί το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, δεν θα έχει απλώς καθορίσει τον χρόνο των επόμενων εκλογών.
Θα έχει δώσει ένα πρώτο δείγμα του πώς αντιλαμβάνεται την επόμενη μέρα της χώρας.
Μια μέρα στην οποία η πολιτική ισχύς δεν χρησιμοποιείται μόνο για να κερδίζονται εκλογές αλλά και για να βελτιώνονται οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο μια κυβέρνηση για την επόμενη τετραετία.
Χρειάζεται μια διαφορετική αντίληψη για το πώς ασκείται η εξουσία.
Χρειάζεται ένα θεσμικό αποτύπωμα που θα αντέξει περισσότερο από μία κυβερνητική θητεία.