Πολιτικοί παντού, Πολιτική πουθενά

Νικόλαος Τζώρτζης 05 Ιουν 2026

Σε κάθε δημοκρατία, και ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους, θα περίμενε κανείς ο δημόσιος διάλογος να κατακλύζεται από αντιπαραθέσεις προγραμμάτων, συγκρούσεις ιδεών και συζητήσεις για τις πολιτικές που προτείνονται για το μέλλον της χώρας. Θα περίμενε κανείς να ακούει διαφορετικές προσεγγίσεις για την οικονομία, το στεγαστικό πρόβλημα, την υγεία, την παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, την ενεργειακή πολιτική, το δημογραφικό ή το παραγωγικό μοντέλο. Θα περίμενε, με άλλα λόγια, να ακούει πολιτική.

Και όμως, όποιος παρακολουθεί τακτικά την ελληνική τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τα podcasts, τα vidcasts και γενικότερα το δημόσιο διάλογο, δύσκολα μπορεί να αποφύγει ένα συμπέρασμα: η πολιτική συζητείται όλο και λιγότερο, την ώρα που οι πολιτικοί συζητούνται όλο και περισσότερο.

Συγκεκριμένα, η κυρίαρχη θεματολογία δεν αφορά τις διαφορές των κομμάτων σε ζητήματα εφαρμοσμένης πολιτικής. Δεν αφορά τις διαφορετικές προτάσεις για τη φορολογία, την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας, τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης ή τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους. Αντίθετα, μεγάλο μέρος του δημόσιου χρόνου αναλώνεται σε μια αδιάκοπη συζήτηση γύρω από συνεργασίες, μετακινήσεις στελεχών, εσωκομματικές ισορροπίες και πολιτικά σενάρια.

Το ερώτημα που κυριαρχεί δεν είναι «ποια πολιτική προτείνετε;» αλλά «με ποιον θα συνεργαστείτε;». Ποιος βουλευτής αποχώρησε από το ένα κόμμα. Ποιος προσχώρησε σε κάποιο άλλο. Ποιος διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με ποιον. Ποιος δυσαρεστείται από την ηγεσία του κόμματός του. Ποιο στέλεχος εξετάζει τις επόμενες κινήσεις του. Ποιο κυβερνητικό ή αντιπολιτευτικό σενάριο συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες. Όλα αυτά ενδέχεται να έχουν πολιτικό και κυρίως παραπολιτικό ενδιαφέρον. Δεν συνιστούν όμως πολιτική συζήτηση.

Η πολιτική συζήτηση ξεκινά από αλλού. Ξεκινά από τις ιδέες, τα προγράμματα, τις προτάσεις και τις αντιπροτάσεις. Ξεκινά από τη σύγκρουση διαφορετικών αντιλήψεων για το πώς πρέπει να οργανωθεί η κοινωνία και το κράτος. Οι συνεργασίες, οι συμμαχίες και οι κυβερνητικές συνθέσεις θα έπρεπε να αποτελούν το αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών συγκλίσεων ή αποκλίσεων, όχι το υποκατάστατό τους.

Στην ελληνική δημόσια σφαίρα, όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Συζητούμε επί ώρες ποιοι μπορούν να συνεργαστούν χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική συζήτηση για το τι ακριβώς θα κάνουν μαζί. Οι πολιτικές θέσεις αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες λεπτομέρειες, ενώ οι συσχετισμοί εξουσίας αναδεικνύονται σε πρωτεύον ζήτημα.

Έτσι, η δημόσια συζήτηση αποκτά χαρακτηριστικά πολιτικού κουτσομπολιού. Οι πολιτικοί εμφανίζονται περισσότερο ως πρωταγωνιστές ενός διαρκούς σίριαλ σχέσεων, συγκρούσεων και μετακινήσεων παρά ως φορείς συγκεκριμένων πολιτικών σχεδίων. Τα πρόσωπα υποκαθιστούν τις ιδέες. Οι δημόσιες σχέσεις υποκαθιστούν τα επιχειρήματα. Η πολιτική επικοινωνία υποκαθιστά την πολιτική.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν επιχειρεί κανείς να παρακολουθήσει μια τυπική πολιτική συνέντευξη. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας πολιτικός προσπαθεί να αναπτύξει μια συγκεκριμένη πρόταση ή να εξηγήσει μια πολιτική θέση. Προτού όμως ολοκληρώσει τη σκέψη του, η συζήτηση αλλάζει κατεύθυνση:

«Θα συνεργαζόσασταν με το τάδε κόμμα;», «Πώς σχολιάζετε τη δήλωση του δείνα στελέχους;», «Σας ανησυχεί η αποχώρηση του συγκεκριμένου βουλευτή;», «Τί σημαίνει δημοσκοπικά αυτή η εξέλιξη;». Η συζήτηση επιστρέφει σχεδόν μηχανικά στα πρόσωπα, στις σχέσεις και στις ισορροπίες. Η πολιτική πρόταση μένει μετέωρη και η ουσία χάνεται πίσω από το παρασκήνιο.

Δεν είναι λίγες οι φορές που πολιτικοί επιχειρούν να μιλήσουν ουσιαστικά για δημόσιες πολιτικές, να εξηγήσουν προτάσεις ή να αναλύσουν συγκεκριμένα ζητήματα. Ωστόσο, η προσπάθεια αυτή συχνά διακόπτεται από τη δομή της ίδιας της συζήτησης, η οποία επαναφέρει τη ροή στα γνώριμα μοτίβα των συνεργασιών, των εσωκομματικών εξελίξεων και των πολιτικών συσχετισμών. Έτσι, ακόμη και όταν υπάρχει πρόθεση για πολιτικό λόγο, το περιβάλλον ευνοεί την επιστροφή στην παραπολιτική αφήγηση.

Στο σύνολό του, το οικοσύστημα του δημόσιου διαλόγου φαίνεται να επιβραβεύει περισσότερο την πολιτική ίντριγκα παρά την πολιτική ανάλυση. Ό,τι μπορεί να μετατραπεί γρήγορα σε τίτλο, σε αντιπαράθεση ή σε σύντομο απόσπασμα για αναπαραγωγή στα κοινωνικά δίκτυα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη επιχειρημάτων. Το αποτέλεσμα είναι ένας παράδοξος δημόσιος χώρος: μιλά ακατάπαυστα για πολιτικούς, αλλά όλο και λιγότερο για πολιτική.

Αν ένας πολίτης παρακολουθούσε επί έναν μήνα το σύνολο σχεδόν των πολιτικών εκπομπών της χώρας, είναι πιθανό να γνώριζε με λεπτομέρεια ποιος βρίσκεται σε σύγκρουση με ποιον, ποιος εξετάζει αλλαγή πολιτικής στέγης, ποιος θεωρείται πιθανός κυβερνητικός εταίρος και ποιος προηγείται στις εσωκομματικές ισορροπίες. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα μπορούσε να εξηγήσει με την ίδια σαφήνεια τις ουσιαστικές διαφορές των κομμάτων σε κρίσιμα ζητήματα δημόσιας πολιτικής.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το δημοκρατικό έλλειμμα. Η δημοκρατία δεν προϋποθέτει απλώς εκλογές. Προϋποθέτει ενημερωμένους πολίτες που έχουν τη δυνατότητα να συγκρίνουν εναλλακτικές προτάσεις, να αξιολογούν πολιτικές επιλογές και να σχηματίζουν άποψη βάσει επιχειρημάτων. Όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στις μετακινήσεις προσώπων, στα σενάρια συνεργασιών και στις προσωπικές στρατηγικές, οι πολίτες στερούνται ακριβώς αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία: την ουσιαστική κατανόηση των πολιτικών επιλογών που διακυβεύονται.

Αναπόφευκτα, αυτή η υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου έχει και μία ακόμη συνέπεια. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται κυρίως ως παιχνίδι συσχετισμών και προσωπικών στρατηγικών, ένα τμήμα των πολιτών δυσκολεύεται να διακρίνει τι πραγματικά διακυβεύεται στις εκλογές. Η εκλογική διαδικασία παύει να μοιάζει με επιλογή ανάμεσα σε εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις και μετατρέπεται περισσότερο σε αξιολόγηση προσώπων και συγκυριών.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, παγιώνεται μια διαδικασία σταδιακής υποβάθμισης του ίδιου του πολιτικού προσωπικού. Όταν η δημόσια συζήτηση δεν επιβραβεύει την τεκμηριωμένη πολιτική πρόταση, αλλά κυρίως την επικοινωνιακή δεξιότητα, τη διαχείριση εντυπώσεων και την ικανότητα συμμετοχής στο παιχνίδι των συσχετισμών, τότε η πολιτική παύει να λειτουργεί ως πεδίο ανάδειξης ουσιαστικών ικανοτήτων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πολιτικοί με βαθιά γνώση αντικειμένων, συγκροτημένο λόγο και θεσμική επάρκεια είτε περιθωριοποιούνται, είτε δυσκολεύονται να αναδειχθούν, είτε αποσύρονται από την πολιτική. Αντίθετα, ευνοούνται εκείνοι που προσαρμόζονται καλύτερα στη λογική της επικοινωνιακής διαχείρισης και προσφέρουν άρτο και θέαμα στο φιλοθεάμον κοινό. Έτσι, η πολιτική σταδιακά απομακρύνεται από τον παιδευτικό της ρόλο και μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής μετριοτήτων, όχι απαραίτητα από έλλειψη ικανοτήτων στο σύνολο, αλλά από τον τρόπο που το ίδιο το σύστημα αξιολόγησης τις ιεραρχεί και τις ανταμείβει.

Συνεπώς, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί πολλοί πολίτες επιλέγουν δυστυχώς την αποστασιοποίηση ή ακόμη και την αποχή από την εκλογική διαδικασία.