Διπλασιασμός του μισθού των μητροπολιτών

Στέφανος Παραστατίδης 08 Ιουν 2026

Το είδαμε κι αυτό: Η κυβέρνηση προτείνει τον διπλασιασμό σχεδόν του μισθού των ιεραρχών της εκκλησίας (αρχιεπίσκοποι, μητροπολίτες, βοηθοί επίσκοποι κ.λπ). Η εκκλησία που πήγαινε κάθε Κυριακή η γιαγιά μου, είναι η εκκλησία τους ελέους που νοιάζεται για τους πτωχούς και τους πένητες. Τους ιεράρχες επιχειρεί τώρα η κυβέρνηση να εκμαυλίσει διπλασιάζοντας τους μισθούς τους, λίγους μήνες τις εκλογές. Η κυβερνητική λογική είναι αγοραία και δεν έχει καμία σχέση με την στήριξη των ανθρώπων της πίστης.
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 56 του νομοσχεδίου του υπουργείου οικονομικών που έχει ανέβει για διαβούλευση στο opengov, η κυβέρνηση προτείνει οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου, των Μητροπολιτών και των Τιτουλάριων επισκόπων και βοηθών επισκόπων να ορίζονται στο 90% του ανώτατου ορίου αποδοχών του Δημοσίου, δηλαδή του ορίου που συνδέεται με τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου. Για Τιτουλάριους και Βοηθούς Επισκόπους προβλέπεται το 70% αυτών των αποδοχών.
Σήμερα, οι συνολικές μικτές μηνιαίες αποδοχές του Αρχιεπισκόπου (βασικός μισθός 2.740 ευρώ + έξοδα παράστασης 100 ευρώ + επίδομα διδακτορικού 75 ευρώ ή μεταπτυχιακού 45 ευρώ) ανέρχονται σε 2.840-2.915 ευρώ μηνιαίως, ενώ οι αποδοχές του κάθε μητροπολίτη διαμορφώνονται μεταξύ 2.400-2.475 ευρώ μηνιαίως (βασικός μισθός 2.350 ευρώ + έξοδα παράστασης 50 ευρώ + επίδομα διδακτορικού 75 ευρώ ή μεταπτυχιακού 45 ευρώ).
Με τον καθορισμό του συνόλου των αποδοχών στο επίπεδο των 4.671,90 ευρώ οι συνολικές μηνιαίες μικτές αποδοχές αυξάνονται κατά 60,27% έως 64,5% για τον Αρχιεπίσκοπο και κατά 88,8% έως 94,65% για τον κάθε μητροπολίτη.
Είναι γεγονός ότι τα λεφτά που αφορά η συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση δεν είναι πολλά μιας και έχουμε στην Ελλάδα έναν αρχιεπίσκοπο, 80 μητροπολίτες και καμιά δεκαριά βοηθούς επισκόπους και τιτουλάριους επισκόπους. Η ρύθμιση αφορά, δηλαδή, γύρω στα ενενήντα άτομα.
Η αύξηση των αποδοχών των ιεραρχών έχει έντονα συμβολικό χαρακτήρα και δεν είναι προφανώς δημοσιονομική. Στη δημοκρατία, οι συμβολισμοί έχουν σημασία. Οι αποφάσεις της κυβέρνησης εκπέμπουν μηνύματα για το ποιες αξίες προτάσσονται και ποιες κοινωνικές προτεραιότητες αναγνωρίζονται.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αποτελεί έναν ιστορικό θεσμό με σημαντική πνευματική και κοινωνική αποστολή. Χιλιάδες ενορίες, ιερείς, εθελοντές και εκκλησιαστικές δομές στηρίζουν καθημερινά ανθρώπους που βιώνουν τη φτώχεια, τη μοναξιά και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτή η προσφορά αξίζει αναγνώρισης και σεβασμού.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η δύναμη της Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται στην οικονομική ισχύ ή στα προνόμια, αλλά στην ταύτισή της με τους πιο αδύναμους. Σε μια εποχή αυξανόμενων ανισοτήτων, εργασιακής ανασφάλειας και κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, οι συμβολικές επιλογές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Οι δημοκρατίες είναι πιο ισχυρές όταν οι θεσμοί τους γίνονται αντιληπτοί ως φορείς αλληλεγγύης, μέτρου και κοινωνικής ευθύνης. Η κοινωνική συνοχή οικοδομείται με την ενίσχυση της αίσθησης δικαιοσύνης και με την πεποίθηση ότι όσοι υπηρετούν σημαντικούς θεσμούς συμμερίζονται τις αγωνίες της κοινωνίας.
Οι προτεινόμενες αυξήσεις έρχονται σε ένα πακέτο διατάξεων που αφορούν τα ειδικά μισθολόγια στο Δημόσιο. Έχουμε δει 7 χρόνια τώρα την κυβέρνηση να στηρίζει με πανσπερμία διατάξεων όχι τους πολλούς που εργάζονται και δυσκολεύονται να βγάλουν τον μήνα, αλλά τους λίγους εκλεκτούς της. Όταν μια κυβέρνηση επιλέγει η ίδια τα πρόσωπα που στελεχώνουν ορισμένες θέσεις (είτε απευθείας, είτε κρυβόμενη πίσω από επιτροπές δήθεν αξιοκρατικής επιλογής στις οποίες η πλειοψηφία των μελών είναι κυβερνητικοί αξιωματούχοι), οι αυξήσεις στις αποδοχές αυτών των θέσεων έχουν και μια συμβολική διάσταση, διότι αποκαλύπτουν ποιες κοινωνικές και θεσμικές προτεραιότητες αναγνωρίζει ως σημαντικότερες.
Έτσι μπορεί να συγκριθεί η μεταχείριση:
των Γενικών, ειδικών Γραμματέων (αύξηση των αποδοχών τους με τον ν. 5045/2023),
των μετακλητών (ομοίως αυξήθηκαν οι αποδοχές τους με τον Ν5045/2023),
των διοικήσεων οργανισμών (ν. 4972/2022),
των ανώτερων εκκλησιαστικών λειτουργών,
με εκείνη:
των νοσηλευτών,
των εκπαιδευτικών,
των κοινωνικών λειτουργών,
των χαμηλόμισθων δημοσίων υπαλλήλων,
αναδεικνύοντας ότι οι μισθολογικές επιλογές δεν είναι μόνο οικονομικές αλλά και βαθιά συμβολικές και πολιτικές.