Με μια εξασέλιδη επιστολή, ο υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας Ούρμας Ρεϊνσάλου απαντά την επιστολή που του είχε απευθύνει ο έλληνας Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Στ. Κοντονής, με την οποία κοινοποιούσε την άρνησή του να μετάσχει σε διάσκεψη με θέμα τα θύματα των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων στην Ευρώπη.
Στην επιστολή του, ο υπουργός Δικαιοσύνης της Εσθονίας κάνει λόγο για ασυμβίβαστο μεταξύ των αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και καθεστώτων και πολιτικών κινημάτων και ιδεολογιών που τις αρνούνται.
«Σε αυτό το επίπεδο, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ του ναζισμού, του φασισμού και του κομμουνισμού. Όλες αυτές οι ιδεολογίες διεκδικούν το αλάνθαστο και στο όνομα των διεστραμμένων οραμάτων τους για το μέλλον κατέστρεψαν ολόκληρα έθνη, κοινωνικές ομάδες και εξανάγκασαν σε επανεκπαίδευση ανθρώπους και πληθυσμούς τούς οποίους εξόρισαν σε ακατοίκητες, απομακρυσμένες εκτάσεις», σημειώνει ο κ. Ρεϊνσάλου και προσθέτει πως «η καταδίκη των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας πρέπει να είναι εξαιρετικά σημαντική για εμάς τους υπουργούς Δικαιοσύνης που έχουμε την υποχρέωση της τήρησης του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης».
«Είμαι αντίθετος σε κάθε ιδεολογία ή πολιτική κίνηση η οποία καταστρατηγεί τις αρχές μας, της Δημοκρατίας, του κράτους-δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»
Αναφέρει, επίσης ότι «σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Εσθονία βρέθηκε κάτω όχι από μία, αλλά από δύο ολοκληρωτικές δικτατορίες και κατοχές. Κατελήφθη από τη Σοβιετική Ένωση το 1940, από τη ναζιστική Γερμανία το 1941 και ξανά από τη Σοβιετική Ένωση το 1944, έως και τον Αύγουστο του 1991».