Οι τρεις «μύθοι», ή αλλιώς τα «διαμάντια» του σύγχρονου Ελληνισμού

Γιώργος Ουρανός 28 Ιουλ 2026

Οι αρχαιολογικοί μας χώροι, τα Ελληνικά Πανεπιστήμια και ο εμπορικός μας στόλος ως τα τρία θεμελιώδη του νεότερου Ελληνισμού κεφάλαια, είτε ως παρακαταθήκη των προγόνων μας, είτε ως τα των Ελλήνων σύγχρονα δημιουργήματα, συνεχίζουν να δίνουν πνοή στη διαιώνιση της ιστορίας του Ελληνισμού.

Οι λαοί και οι «μύθοι τους

Είθισται, ο κάθε λαός και η κάθε εθνότητα να κατοχυρώνεται ως προς τη μέγιστη φήμη του στο διεθνή κοινωνικό χώρο, με τους πειστικούς ‘’μύθους’’ που έχει να προβάλει και με τους οποίους έχει οριοθετεί την ταυτότητά της. Ας πούμε, η Κίνα οριοθετείται από την πατρότητα του Κομφούκιου και του Κομφουκιανισμού αλλά και τον ζωοφόρο ποταμό Γιάνγκ Τσε που δίδει ζωή σε πολλά εκατομμύρια του πληθυσμού της, αλλά και με την δράση του πολιτικού της ηγέτη του Μάο Τσε Τούνγκ.

Η Αίγυπτος οριοθετείται ως η χώρα με την ιστορία των Φαραώ, τις Πυραμίδες και τον ποταμό Νείλο που δίνει ζωή επίσης σε εκατομμύρια Αιγυπτίους. Η Ισπανία, τόσο από τα ισχυρά της βασίλεια των Φερδινάνδων και της Ισαβέλλας την περίοδο του Μεσαίωνα, όσο και από τον Χριστόφορο Κολόμβο και τις κτήσεις της στην Λατινική Αμερική.

Η Ιταλία, από τις αρχαιότητες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το Βατικανό και την Αγία έδρα, την εκκλησία του Αγίου Πέτρου όπως και την περίφημη πόλη της Βενετίας.

Η Αγγλία έχει να υπερηφανεύεται για την επικράτηση της γλώσσας της διεθνώς, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να μιλιέται τώρα από ένα και μισό τουλάχιστον δισεκατομμύρια πολίτες ανά την υφήλιο, αλλά και την τρομερή αποικιοκρατική της δύναμη.

Οι ιστορικοί των Ελλήνων «μύθοι»

Οι Ελληνικοί μύθοι πράγματι είναι πολλοί και μάλιστα καλύπτουν μια περίοδο τεσσάρων χιλιετιών τουλάχιστον. Ο πρώτος ιστορικός ‘’μύθος’’ του Ελλαδικού χώρου, θεωρείται πως ήταν εκείνος των Μινωϊτών και της θαλασσοκρατίας τους. Στη συνέχεια ήταν ο Όμηρος και τα ποιήματά του για τον Τρωϊκό πόλεμο και τις περιπέτειες του Οδυσσέα. Σαν τρίτο ‘’μύθο’’ αναγνωρίζουμε την αρχαιοελληνική γλώσσα ‘όπως και την αρχαία Ελληνική γραμματεία, όπως και την ιστορία του Μέγα Αλεξάνδρου με τις κτήσεις του. Σαν τέταρτο ‘’μύθο’’ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το Βυζάντιο, την Κωνσταντινούπολη και τους ύμνους της Ορθοδοξίας που όλοι είχαν γραφεί καταρχήν στην Ελληνική γλώσσα. Ως ο ύστερος ‘’μύθος’’ του Ελληνισμού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η επανάσταση του 1821 και το πώς η Ελληνική εθνότητα αναγεννήθηκε κυριολεκτικά από τις στάχτες της, ύστερα από τετρακόσια τόσα χρόνια υποδούλωσης στους Οθωμανούς και πώς αυτή ολοκληρώθηκε με τις διπλωματικές επιτυχίες του πολιτικού Ελευθέριου Βενιζέλου .

Οι «μύθοι» του σύγχρονου Ελληνισμού

Δυστυχώς με την παραπάνω έννοια του ‘’μύθου’’, δηλαδή της διεθνούς κατοχύρωσης μιας ισχυρής φήμης, ο Ελληνισμός σαν εθνότητα, έχει σταματήσει στο 1821 και την αναγέννησή του ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Έκτοτε η διεθνής φήμη του Ελληνισμού συντηρείται είτε με τις αναφορές στο ένδοξο παρελθόν της, είτε στη δημιουργικότητα ανθρώπων του πνεύματος, όπως του Νίκου Καζαντζάκη, του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη ή και της καλλιτεχνίας όπως του Μίκη Θεοδωράκη της Μαρίας Κάλλας και της Μελίνας Μερκούρη. Όμως σήμερα πια ο Ελληνισμός συνεχίζει τόσο να βρίσκεται στο διεθνές προσκήνιο όσο όμως και να προσπαθεί να ενισχύει την αυτοπεποίθηση των νεότερων γενιών του στον εγγύτερό του χώρο, χάρις σε εκείνα που θα ονομάζαμε ως ‘’τα διαμάντια ‘’ του, στα οποία συνεχώς αναφέρεται και περηφανεύεται για την ύπαρξή τους.

Οι αρχαιολογικοί μας χώροι, τα Ελληνικά Πανεπιστήμια και ο εμπορικός μας στόλος

Αυτά τα τρία θεμελιώδη του Ελληνισμού κεφάλαια είτε ως παρακαταθήκη από τους προγόνους μας, είτε ως τα σύγχρονα δημιουργήματα των Ελλήνων, συνεχίζουν να δίνουν πνοή στη διαιώνιση της ιστορίας του Ελληνισμού. Μας κάνουν υπερήφανους στο διεθνή χώρο και πάντα οι οποιεσδήποτε αναφορές μας σε αυτά, μόνο με θετικές γνώμες συνοδεύονται.

Οι αρχαιολογικοί μας χώροι

Ο Ελλαδικός χώρος, όπως και ο ευρύτερος χώρος των ανατολικών ακτών του Αιγαίου που σήμερα βέβαια είναι επικράτεια της Τουρκίας έπειτα από τις διεθνείς συμφωνίες των Σεβρών του 1920 και της Λωζάνης του 1923, είναι κυριολεκτικά ‘’κατεσπαρμένος’’ από αρχαιολογικά οικοδομήματα και ευρήματα. Αρχαία βασιλικά ανάκτορα, αρχαίες πόλεις με κατοικίες και χώρους αγοράς, αρχαία λουτρά, αρχαία θέατρα, αρχαίοι ναοί και μαντεία, αρχαία κάστρα και καστροπολιτείες, ιεροί χώροι και θυσιαστήρια, ιερά κορφής και λατρευτικά σπήλαια. Αλήθεια δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει άλλος γεωγραφικός χώρος στην υφήλιο που να έχει τέτοια πυκνότητα σημαντικών αρχαιολογικών χώρων. Ίσως να υπάρχει στην άλλη Μεγάλη Ελλάδα, τη Magna Grecia όπως την έχουν ονομάσει στη Νότια Ιταλία και ίσως στην Αίγυπτο ή και στην Συροπαλαιστίνη και στην Μεσοποταμία. Όπως όμως και να είναι ο Ελλαδικός χώρος κατέχει τα πρωτεία. Ένα άλλο στοιχείο που θα μας επιβεβαιώνει την εκδοχή μας αυτή, είναι η πληθώρα των αρχαιοελληνικών ευρημάτων που βρίσκονται στα πλέον φημισμένα μουσεία του εξωτερικού καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές. Αυτά είτε αρχαιοελληνικά θα είναι, είτε Ρωμαϊκά που όμως τα περισσότερα είναι αντίγραφα από αρχαιοελληνικά πρωτότυπα, είτε Αιγυπτιακά είτε της περιοχής της Συροπαλαιστίνης και της Μεσοποταμίας. Πράγματι τόσο η πληθώρα αυτών των χώρων και των δημιουργημάτων, όσο και η ποιότητα της κατασκευής τους, μας κάνουν να νοιώθουμε ότι προερχόμαστε από σημαντικούς προγόνους.

Τα Ελληνικά πανεπιστήμια

Αν και στην Ευρώπη τα πρώτα πανεπιστήμια εμφανίστηκαν ήδη από τον 11ο μ.Χ. αιώνα, όπως της Οξφόρδης και του Καίμπριτζ στην Μ.Βρετανία, στην Ελλάδα ως το πρώτο τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα αναφέρεται η Ιόνιος Ακαδημία το 1824,ενώ το πρώτο Πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε με αρχική ιδέα του Ιωάννη Καποδίστρια, λειτούργησε μόλις το 1837 και καταρχήν ονομάστηκε ‘’Οθώνειο πανεπιστήμιο’’. Η ονομασία του πέρασε από διάφορες φάσεις ως το 1832, όπου μετονομάστηκε σε, ‘’Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν πανεπιστήμιον’’. Έκτοτε το δεύτερο Ελληνικό πανεπιστήμιο ήταν της Θεσσαλονίκης που ιδρύθηκε το 1925 και ακολούθησαν των Πατρών, των Ιωαννίνων και τα υπόλοιπα ώστε να φτάσουμε σήμερα τα Ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια να ανέρχονται σε 24 με 420 περίπου διαφορετικά τμήματα σπουδών. Τα Πανεπιστήμια μας, καλύπτουν γεωγραφικά ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, από την Κρήτη ως και το βόρειο Αιγαίο και την Θράκη, και τυχαίνουν της αγάπης και της στήριξης ολόκληρου του Ελληνικού λαού. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα των πανεπιστημίων μας είναι ότι η επιλογή των φοιτητών γίνεται με ένα απόλυτα διαφανές και δίκαιο σύστημα επιλογής που αφήνει ικανοποιημένους τους Έλληνες πολίτες, πράγμα αλήθεια ιδιαίτερα σπάνιο για την Ελληνική πραγματικότητα. Το επιστημονικό φάσμα των σπουδών καλύπτει όλες τις σύγχρονες επιστήμες και τέχνες και εναρμονίζεται με τα διεθνή πρότυπα. Το επίπεδο των πανεπιστημιακών δασκάλων κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό καθότι μεγάλος αριθμός από αυτούς διαθέτουν εμπειρία σπουδών ή και ενασχόλησης σε σπουδαία πανεπιστήμια του εξωτερικού. Το επίπεδο των σπουδών σε διεθνείς κριτικές αξιολογήσεις, εκτιμάται ως αρκετά υψηλό. Οι ‘’νόμοι πλαίσιο’’ που διέπουν τη λειτουργία των πανεπιστημίων και οποίοι βέβαια κατακτήθηκαν και με τους πολύχρονους αγώνες των φοιτητών ιδιαίτερα μετά την μεταπολίτευση του ΄74, κρίνονται ως ιδιαίτερα δημοκρατικοί, δίκαιοι και αρκετά υποστηρικτικοί για τις σχέσεις φοιτητών και διδασκόντων. Οι απόφοιτοι των Ελληνικών πανεπιστημίων, βάσει πάλι διεθνών αξιολογήσεων και με βάση το ερευνητικό έργο που επιτελείται στα πανεπιστήμιά μας, χαρακτηρίζονται επίσης ως υψηλού επιπέδου. Καταλήγοντας λοιπόν θεωρούμε ότι ως Έλληνες πολίτες θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα ‘’γνοιασμένοι’’ για τα πανεπιστήμιά μας, που παρόλες τις ελλείψεις και τις αδυναμίες που παρουσιάζουν και δεν και λίγες, διατηρούν ένα ιδιαίτερα αξιοπρεπές επίπεδο και το οποίο οφείλουμε να το περιφρουρούμε!

Ο Ελληνικός εμπορικός στόλος

Πριν από τέσσερεις περίπου χιλιάδες χρόνια, οι Μινωϊτες χαρακτηρίστηκαν ως θαλασσοκράτορες, καθότι με τα καράβια τους κυριαρχούσαν στον τότε γνωστό κόσμο, που ήταν ο κόσμος της Μεσογείου. Έκτοτε στην τέχνη της ναυτοσύνης μυήθηκαν και τα νεώτερα φύλλα του Ελλαδικού χώρου, όπως των Αχαιών, των Ιώνων, των Δωριέων καθώς και των υπολοίπων. Μάλιστα κατά τον εθνικό μας αοιδό, τον Όμηρο, η πρόσκληση του Αγαμέμνονα για την εκστρατεία κατά της Τροίας συγκέντρωσε 1.146 καράβια από 27 διαφορετικά βασίλεια! Μπορούμε λοιπόν να φανταστούμε πόσο μεγάλη ναυτική δύναμη ήταν ο Αιγαιακός χώρος με τις πόλεις και τα νησιά του. Τα καράβια βέβαια αυτά ήταν πολεμικά, που όμως η τέχνη της ναυτοσύνης ειδικά τα χρόνια εκείνα, δεν διέφερε και πολύ στους πολεμικούς ή στους εμπορικούς πλόες. Αξιόλογο επίσης στόλο διέθετε και ο Μέγας Αλέξανδρος στην εκστρατεία του με τον περίφημο ναύαρχό του τον Νέαρχο, τον Κρήτα. Επίσης αργότερα κατά τα Βυζαντινά χρόνια το ναυτικό των Βυζαντινών πολεμικό και εμπορικό αναδείχτηκε χάρις στους Έλληνες καπεταναίους και στα Ελληνικά πληρώματα. Κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας, τα νησιά του Αιγαίου συνέχισαν να αναδεικνύουν Έλληνες καπεταναίους φυσικά στα εμπορικά καράβια. Η Χίος, οι Οινούσες, τα Ψαρά, η Ύδρα, οι Σπέτσες , η Άνδρος, η Κάσσος, το Τσιρίγο, το Τρίκερι υπήρξαν τα νησιά και οι παραλιακές πόλεις από όπου αναδείχτηκαν σπουδαίες οικογένειες ναυτικών. Η ναυτική τέχνη είναι μια δύσκολη ενασχόληση που απαιτεί τόσο να είσαι ζυμωμένος με το υγρό στοιχείο όσο όμως και να μπορείς να αναλαμβάνεις υψηλά ρίσκα επιβίωσης όπως και να διαθέτεις μεγάλη τόλμη. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα διέθεταν και τα διαθέτουν οι Έλληνες νησιώτες. Στους Ναυτικούς αυτούς, στηρίχθηκε κατά πολύ και ο Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων στην περίοδο του ΄21. Σπουδαίοι καπεταναίοι, όπως ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο Λάμπρος Κατσώνης, η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, η Μαντώ Μαυρογένους, ο Αναστάσιος Τσαμαδός, ο Ιάκωβος Τομπάζης, ο Γεώργιος Σαχτούρης και άλλοι, είχαν μεγάλη συνδρομή στον αγώνα της απελευθέρωσης. Η Ελληνική ναυτιλία, από τα ιστιοφόρα του 19ου αιώνα πέρασε σταδιακά στα ατμόπλοια στις αρχές του 1900. Ήδη από το 1916 ιδρύθηκε η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών η οποία υφίσταται έως και σήμερα. Οι Έλληνες πλοιοκτήτες στη πλειονότητα τους, ξεκινούσαν την καριέρα τους ως καπετάνιοι σε κάποιο εμπορικό ή και πολεμικό πλοίο. Είχαν τον παλμό της θάλασσας, στο είναι τους και την καρδιά τους. Αυτός ίσως είναι και ο κυρίαρχος λόγος της επιτυχίας τους. Ο Ελληνικός εμπορικός στόλος μεγάλωσε ραγδαία ειδικά μετά το 1945 και τη λήξη του Β΄παγκόσμιου πολέμου. Σήμερα πια, η Ελληνική ναυτιλία, παραμένει στην πρώτη θέση διεθνώς, ελέγχοντας τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου εμπορίου, ενώ συνολικά ανέρχεται στο 17 % της παγκόσμιας χωρητικότητας, με 6.00 χιλιάδες τουλάχιστον πλοία φορτηγά και tankers! Και βέβαια για την πρωτιά του αυτή, ολόκληρος ο Ελληνισμός στη διεθνή του παρουσία νοιώθει υπερήφανος για την Ελληνική ναυτιλία, που βέβαια συμβάλει και τα μέγιστα στην Ελληνική Εθνική οικονομία.

Η συνολική αποτίμηση

Στην Ελλάδα λοιπόν σήμερα, όπου ο Ελληνισμός δεν βρίσκεται και στην καλύτερη των περιόδων του, καθότι ήδη διαβιεί πολλές δύσκολες στιγμές και συγχρόνως διακατέχεται από μια γενικευμένη αίσθηση απογοήτευσης και αβεβαιότητας για το μέλλον του, οι τρείς αυτές κεφαλαιώδεις σελίδες της νεότερης ιστορίας του, ας αποτελέσουν κομβικές υποθέσεις για σενάρια επανόρθωσης του κύρους της Εθνικής και κοινωνικής μας υπόστασης!