Είναι αλήθεια ότι η Παιδεία δεν πέρασε τις καλύτερες μέρες της κατά την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, αλλά το μέλλον της δεν φαίνεται να είναι ούτε «κατ’ ελάχιστον» ευοίωνο στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ 2, δηλαδή της ΕΛ.Α.Σ.. Την περίοδο 2015-2019, η πολιτική του λαϊκισμού και της οπισθοδρόμησης του ΣΥΡΙΖΑ 1 περιλάμβανε μέτρα συστηματικής αποδόμησης και κατάργησης των προηγούμενων προοδευτικών μεταρρυθμίσεων, που ιδιαίτερα οι Κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ είχαν εισαγάγει στην εκπαιδευτική πολιτική: κατάργηση των Πρότυπων-Πειραματικών Σχολείων γιατί «αριστεία είναι ρετσινιά», κατάργηση-δυσφήμιση οποιασδήποτε μορφής αξιολόγησης στην εκπαίδευση, τοποθετήσεις στελεχών στις Διευθύνσεις Εκπαίδευσης με αμιγώς κομματικά κριτήρια και «κυλιόμενα» προσόντα (αφού συχνά οι «εκλεκτοί» δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα), εκδικητικότητα απέναντι στα στελέχη εκπαίδευσης του «παλαιού συστήματος», αποδόμηση των αναλυτικών προγραμμάτων σε Γυμνάσια και Λύκεια, κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος στα Πανεπιστήμια και απαξίωση των πανεπιστημιακών της διασποράς που συμμετείχαν σε αυτά, άκριτη και χωρίς σχέδιο (εν πολλοίς ανταλλακτική) ίδρυση νέων πανεπιστημιακών τμημάτων προκειμένου να περάσει η κατάργηση της τεχνολογικής εκπαίδευσης και η συγχώνευση ΤΕΙ και ΑΕΙ.
Μετά από αυτή την περίοδο οπισθοδρόμησης και εμμονικών πειραματισμών σε όλο το φάσμα της εκπαιδευτικής πολιτικής, το πρόγραμμα για την Παιδεία της ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί το rebranding του λαϊκισμού, με την ίδια αφετηριακή ιδεολογία, το ίδιο «κέντρο» παραγωγής πολιτικών για την εκπαίδευση (που είχε τόσο κραυγαλέα αποτύχει την περίοδο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ) την ίδια αντιπαλότητα απέναντι στις πολιτικές εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων, τη γνωστή ένδεια επεξεργασμένων θέσεων που κρύβεται πίσω από γενικόλογες διακηρύξεις, με αντιγραφή ή/και μετονομασία θέσεων άλλων κομμάτων και τέλος με μερικές δόσεις κουτοπονηριάς για να μην τρομάξουν τα εκλογικά ακροατήρια στα οποία επιδιώκει να απευθυνθεί το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Έτσι, σύμφωνα με το Σχέδιο της ΕΛ.Α.Σ. για την Παιδεία, η αναμόρφωση του Λυκείου σηματοδοτείται με την κατάργηση των κατευθύνσεων στη Β’ Λυκείου και τον περιορισμό της προετοιμασίας για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια στη Γ’ Λυκείου. Παράλληλα, αριθμός των μαθητών ανά τμήμα μειώνεται στα 22 άτομα στην Α’ και Β’ Λυκείου και λιγότερα στη Γ’, όπου τοποθετούνται δύο εκπαιδευτικοί μέσα στην τάξη στα βασικά μαθήματα. Το πρόβλημα αυτής της πρότασης είναι δομικό: η απαραίτητη αναγέννηση του Λυκείου δεν αντιμετωπίζεται ως μία ενιαία διαδικασία με ουσιαστική μεταρρύθμιση του προγράμματος σπουδών, αποσιωπάται τεχνηέντως το σύστημα αξιολόγησης των μαθητών/τριών (εξετάσεις;) και η χρήση της τράπεζας θεμάτων στις τάξεις του Λυκείου, ενώ η επιλογή κατεύθυνσης και η προετοιμασία για το Πανεπιστήμιο στη Γ’ Λυκείου δεν αιτιολογεί τον τρόπο που αυτή θα περιορίσει τη φροντιστηριακή εκπαίδευση, αφού μάλλον θα την εντείνει. Όσο για τον ορισμό- με ένα νόμο και ένα άρθρο υποθέτω- του αριθμού των μαθητών/τριών ανά τμήμα ή των δύο εκπαιδευτικών μέσα στην τάξη, η θέση αυτή υποδηλώνει μια ασύγγνωστη άγνοια της της συγκρότησης και κατανομής των εκπαιδευτικών μονάδων και του εκπαιδευτικού προσωπικού στην Ελλάδα.
Το νέο/αναβαθμισμένο Απολυτήριο που περιλαμβάνει το Σχέδιο φαντάζομαι πως είναι το «Εθνικό Απολυτήριο» για το οποίο διεξάγεται σήμερα διάλογος, μετά την σχετική κοινοβουλευτική πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ. Δεν καθορίζεται στο Σχέδιο ούτε ο τρόπος που θα αναβαθμιστεί το νέο «διεθνώς αναγνωρισμένο απολυτήριο», ούτε το περιεχόμενό του. Η αναφορά δε ότι «με βάση το νέο Απολυτήριο δίνεται η δυνατότητα σε κάθε μαθητή του να διεκδικήσει σπουδές στην Ελλάδα ή το εξωτερικό χωρίς το βάρος πρόσθετων εξετάσεων» προσομοιάζει περισσότερο σε ευχολόγιο, παρά σε μια συγκροτημένη πολιτική οργανικής και εκπαιδευτικής σύνδεσης του Λυκείου με ένα ισχυρό και διεθνώς αναγνωρισμένο Εθνικό Απολυτήριο.
Η κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων και η ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ είναι μια από τις προγραμματικές διακηρύξεις του κόμματος του κ. Τσίπρα. Μόνη προϋπόθεση εγγραφής στα ΑΕΙ θα είναι «το Απολυτήριο της Γ’ Λυκείου». Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι, όταν «θα έχει αναβαθμιστεί το Λύκειο», οι πανελλαδικές εξετάσεις θα έχουν καταργηθεί, οι υποψήφιοι θα εγγράφονται στα Τμήματα και στις Σχολές της επιλογής τους και όπου η ζήτηση υπερβαίνει τις προσφερόμενες θέσεις, η κατάταξη και η εισαγωγή θα γίνεται με βάση τον βαθμό του «Απολυτηρίου της Γ΄ Λυκείου» χωρίς καμία επιπλέον εξέταση. Επομένως, σύμφωνα με το Σχέδιο της ΕΛ.Α.Σ., όλο το βάρος (αλλά και η ένταση της προσπάθειας) εισαγωγής στα ΑΕΙ για τους μαθητές/τριες θα μεταφέρεται αποκλειστικά στην Γ’ Λυκείου και θα περιορίζεται για τις σχολές μεγάλης ζήτησης σε μία one-off διαδικασία υψηλού ανταγωνισμού και χωρίς κανένα υπολογισμό της συνολικής αξιολόγησης του μαθητή/τριας στο Λύκειο. Πολλαπλές ευκαιρίες και εξελικτική αξιολόγηση των μαθητών/τριών δεν προβλέπονται! Αν το σημερινό σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων με μία τρίωρη (one-off) εξέταση στα μαθήματα κατεύθυνσης θεωρείται άδικο, εξοντωτικό και αντιεκπαιδευτικό, δεν βλέπω σε τι θα διαφέρει το προτεινόμενο σύστημα από την ΕΛ.Α.Σ. όχι μόνο για τις σχολές μεγάλης ζήτησης, αλλά γενικότερα για τις σχολές ενδιαφέροντος των μαθητών/μαθητριών, όταν η ζήτηση θα υπερβαίνει την προσφορά θέσεων εισαγωγής. Θα είναι εξίσου άδικο, εξοντωτικό και αντιεκπαιδευτικό, αφού θα περιορίζει (και θα εξαντλεί) την προσπάθεια σε μία τάξη του Λυκείου και σε μία εξέταση, ενώ θα εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες, καταργώντας στην ουσία το δικαίωμα σε ίσες ευκαιρίες.
Τέλος, για τα Πανεπιστήμια το Σχέδιο της ΕΛ.Α.Σ. δεν επιφυλάσσει καλύτερη μεταχείριση από αυτή της προηγούμενης κυβερνητικής του περιόδου: κατάργηση των Συμβουλίων Διοίκησης (πάλι), αλλαγή συστήματος εκλογής Πρυτανικών Αρχών, «αποκατάσταση» αρμοδιοτήτων Συγκλήτου και κατάργηση του νέου συστήματος εκλογής μελών ΔΕΠ. Το γεγονός ότι τα Συμβούλια Διοίκησης του νόμου 4957/2022 έχουν μόνο μία κατ’ όνομα λειτουργία σε ένα απόλυτα πρυτανοκεντρικό σύστημα είναι πανθομολογούμενο σήμερα, το έχουμε επικρίνει και χρειάζεται να αλλάξει. Ωστόσο, η κατάργηση των Συμβουλίων και όχι η αναβάθμισή τους, καθώς και η επιστροφή στα συστήματα Διοίκησης των Πανεπιστημίων πριν από το νόμο 4009/2011 αποτελεί μια κραυγαλέα θεσμική οπισθοδρόμηση, για την οποία βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ 2-ΕΛ.Α.Σ. διαθέτει την τεχνογνωσία.
Ωστόσο, εκεί που πράγματι το rebranding του κ. Τσίπρα απογειώνει τον λαϊκιστικό οίστρο είναι στο θέμα των ΝΠΠΕ- Μη Κρατικών, Μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων. Από τη μία πλευρά, η ΕΛ.Α.Σ. έχει τοποθετηθεί κατά την αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, γιατί αντιτίθεται στην ίδρυση μη δημοσίων Πανεπιστημίων. Από την άλλη πλευρά, σεβόμενη την απόφαση του ΣτΕ και την «ασφάλεια δικαίου» αποδέχεται την ύπαρξη των ΝΠΠΕ, κατά παράβαση του άρθρου 16Σ, το οποίο και υπερασπίζεται και υπόσχεται να αλλάξει ριζικά το νόμο 5094/2024 θέτοντας αυστηρά κριτήρια ίδρυσης και λειτουργίας τους. Απλή απορία: αν η ΕΛ.Α.Σ. είναι πράγματι κατά της αναθεώρησης του άρθρου 16Σ, γιατί δεν εξαγγέλλει ότι θα νομοθετήσει την κατάργηση των ΝΠΠΕ, όπως το κάνει, με μεγάλη ευκολία, για το σύστημα διοίκησης των Δημοσίων Πανεπιστημίων και όπως υποστήριζαν ακλόνητα εδώ και καιρό τα πολιτικά στελέχη και ακαδημαϊκοί που σήμερα αποτελούν την ομάδα του κ. Τσίπρα; Άλλωστε, από τον εναπομείναντα ΣΥΡΙΖΑ 1, οι πρώην σύντροφοί του θύμισαν δηκτικά ότι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας είχε ψηφίσει τη θέση για την κατάργηση των ΝΠΠΕ «με ένα νόμο και ένα άρθρο». Άρα τι συνέβη και άλλαξε άποψη, επικαλούμενος την «ασφάλεια δικαίου» που προκύπτει από τη λειτουργία των ΝΠΠΕ; Τίποτα ιδιαίτερο δεν συνέβη, εκτός από το γεγονός ότι επιχειρεί υποκριτικά να καθησυχάσει ορισμένα εκλογικά ακροατήρια, αλλά και να διαβεβαιώσει «ειλικρινά» παράγοντες της ιδιωτικής εκπαίδευσης για τις πραγματικές προθέσεις του.
Ο λαϊκισμός, η διγλωσσία, ο δήθεν καταγγελτικός λόγος κενός πολιτικής ουσίας και οι αντιγραφές πολιτικών προγραμμάτων άλλων κομμάτων σε μεταμφιεσμένες εκδοχές είναι συστατικό στοιχείο του επιχειρούμενου rebranding και της πολιτικής κουλτούρας από την οποία εμφορείται. Μόνο που αυτή τη φορά το πολιτικό κόλπο δεν θα πιάσει, γιατί μπορείς να κοροϊδεύεις λίγους για πολύ, πολλούς για λίγο, αλλά όχι πολλούς για πάντα.