Επί δεκαετίες ο Αλέξης Τσίπρας επένδυσε πολιτικά σε μία έννοια που αποτέλεσε το κεντρικό αφήγημα του χώρου του: το «ηθικό πλεονέκτημα». Ένα πλεονέκτημα που υποτίθεται ότι διαχώριζε τον ίδιο και την πολιτική του παράταξη από το «παλιό πολιτικό σύστημα».
Όμως τα πολιτικά πλεονεκτήματα κρίνονται καθημερινά από τη στάση, τη συνέπεια και κυρίως από την ικανότητα να απαντάς στα ερωτήματα που τίθενται. Δεν είναι μόνιμα κεκτημένα. Δεν κληρονομούνται. Δεν απονέμονται ισοβίως. Και το πρόβλημα για τον κο Τσίπρα είναι ότι τα ερωτήματα πλέον δεν αφορούν μόνο τους άλλους. Αφορούν τον ίδιο.
Για χρόνια, ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει να επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα του τραπεζικού δανεισμού του ΠΑ.ΣΟ.Κ., επιχειρώντας να παρουσιάσει μία γνωστή, δημόσια και ρυθμισμένη οικονομική υποχρέωση ως σύμβολο πολιτικής απαξίας.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ουδέποτε απέκρυψε τα οικονομικά του στοιχεία. Το ύψος του δανεισμού του είναι γνωστό και δημόσια καταγεγραμμένο. Είναι επίσης γνωστό ότι από το 2010 δεν έχει λάβει ούτε ένα ευρώ νέο τραπεζικό δανεισμό. Η σημερινή εικόνα των υποχρεώσεών του αφορά κυρίως τη συσσώρευση τόκων και χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων από παλαιότερες οφειλές, ενώ σημαντικό μέρος της κρατικής χρηματοδότησης κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση των ρυθμισμένων δανείων του. Εξάλλου, μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα κόμμα που από το 45% έπεσε στο 4%.
Δεν υπάρχει, λοιπόν, κάποια κρυφή οικονομική πραγματικότητα. Υπάρχει ένα ζήτημα που έχει συζητηθεί δημόσια, έχει ελεγχθεί θεσμικά και αντιμετωπίζεται με συγκεκριμένο τρόπο. Και όμως, ο κος Τσίπρας επιμένει να το χρησιμοποιεί ως πολιτικό όπλο.
Βέβαια, το ερώτημα είναι γιατί δεν δέχεται να εφαρμοστεί ο ίδιος κανόνας και στον δικό του χώρο. Διότι, όταν τίθενται ερωτήματα για τη χρηματοδότηση του νέου πολιτικού εγχειρήματος, της ΕΛ.Α.Σ., δεν βλέπουμε την ίδια επιμονή στη διαφάνεια που απαιτεί από τους άλλους.
Όποιος ζητεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους πλήρη λογοδοσία, οφείλει πρώτος να αποδεικνύει ότι εφαρμόζει τον ίδιο κανόνα στον εαυτό του. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με εξαιρέσεις και η διαφάνεια δεν μπορεί να είναι υποχρέωση μόνο για τους άλλους, εφαρμοζόμενη κατά το δοκούν. Και τα ερωτήματα δεν σταματούν εκεί.
Οι δημόσιες καταγγελίες του πρώην προέδρου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., Στέφανου Κασσελάκη, σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας και τα οικονομικά του κόμματος προκάλεσαν μια σοβαρή πολιτική συζήτηση. Ανεξάρτητα από την τελική αξιολόγηση αυτών των καταγγελιών, το γεγονός παραμένει ότι ετέθησαν δημόσια και απαιτούσαν πολιτικές απαντήσεις. Όταν, μάλιστα, τέτοιες καταγγελίες προέρχονται από τον ίδιο τον πρώην πρόεδρο ενός κόμματος, δεν μπορούν απλώς να αντιμετωπίζονται με σιωπή ή με επικοινωνιακές αντεγκλήσεις.
Η σιωπή μπορεί να είναι πολιτική επιλογή, αλλά σαφέστατα δεν είναι απάντηση.
Το ίδιο ισχύει και για όσα συνέβησαν στην κομματικά μέσα ενημέρωσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., την εφημερίδα «Αυγή» και τον ραδιοφωνικό σταθμό «Στο Κόκκινο». Οι εργαζόμενοι των μέσων αυτών βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα, αβεβαιότητα και δημόσιες αντιπαραθέσεις για τη λειτουργία τους. Και εύλογα τίθεται ένα ερώτημα: πού ήταν τότε η ίδια πολιτική ευαισθησία για τους εργαζομένους που επί χρόνια αποτελούσε κεντρικό στοιχείο του δημόσιου λόγου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Πού ήταν η ίδια απαίτηση για λογοδοσία;
Η αντίφαση αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής με αφορμή την πρόσφατη κριτική που άσκησε η Άννα Διαμαντοπούλου, υπερασπιζόμενη το ΠΑ.ΣΟ.Κ., στον Αλέξη Τσίπρα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Η παρέμβασή της δεν αφορούσε μία προσωπική αντιπαράθεση. Αφορούσε ακριβώς αυτή την πολιτική αντίφαση: το πώς ένας πολιτικός που επί χρόνια απαιτούσε απαντήσεις από όλους τους άλλους καλείται πλέον να δώσει ο ίδιος απαντήσεις.
Η αντίδραση του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛ.Α.Σ. δεν ήταν μία απάντηση επί της ουσίας των ζητημάτων που ετέθησαν. Ούτε ήταν μια παράθεση στοιχείων. Ούτε μια προσπάθεια να φωτιστεί η πραγματικότητα. Τουναντίον, επελέγη η προσωπική επίθεση προς την Άννα Διαμαντοπούλου, επειδή, όταν δεν απαντάς στο ερώτημα, επιχειρείς να απαξιώσεις εκείνον που το θέτει, επιστρατεύοντας το λαϊκισμό και τη λασπολογία.
Ωστόσο, αυτό που παραβλέπει ο κος Τσίπρας είναι ότι η πολιτική δεν κρίνεται από την ένταση της επίθεσης προς τον αντίπαλο. Κρίνεται από την ποιότητα των απαντήσεων. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. οικοδόμησε την πολιτική του ταυτότητα πάνω σε μια απλή αντίθεση: «εμείς απέναντι στους άλλους». Το «νέο» απέναντι στο «παλιό». Η «καθαρή» πολιτική απέναντι στο «σύστημα». Αυτό το αφήγημα απετέλεσε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κεφάλαια της ανόδου του Αλέξη Τσίπρα.
Εντούτοις, κάθε πολιτικό αφήγημα δοκιμάζεται όταν έρχεται αντιμέτωπο με την πραγματικότητα, γιατί η πολιτική ηθική αποδεικνύεται όταν βρίσκεσαι εσύ στη θέση εκείνου που καλείται να δώσει εξηγήσεις. Δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Εκείνοι που επί χρόνια έκαναν σημαία τη λογοδοσία, σήμερα καλούνται να λογοδοτήσουν. Εκείνοι που ζητούσαν διαφάνεια από όλους, σήμερα καλούνται να αποδείξουν ότι εφαρμόζουν την ίδια αρχή στο δικό τους χώρο.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας δέχεται κριτική.
Το πρόβλημα είναι ότι αντιμετωπίζει την κριτική με τον ίδιο τρόπο που κατηγορούσε τους άλλους ότι λειτουργούν: μεταφέροντας τη συζήτηση από την ουσία στο πρόσωπο εκείνου που θέτει το ερώτημα.
Η Κοινωνία δεν απαιτεί από κανέναν πολιτικό χώρο να είναι αλάνθαστος. Ζητεί, όμως, ειλικρίνεια, συνέπεια και καθαρές απαντήσεις, γιατί το ηθικό πλεονέκτημα δεν χάνεται όταν σε κατηγορούν οι αντίπαλοί σου.
Χάνεται όταν αρνείσαι να απαντήσεις στα ίδια ερωτήματα που επί χρόνια απηύθυνες στους άλλους.
Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας: αντιμέτωπος όχι μόνο με τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά με τη δική του πολιτική ασυνέπεια.
Διότι στη Δημοκρατία δεν υπάρχουν μόνιμοι κατήγοροι, αλλά αποκλειστικά πολίτες που ζητούν το αυτονόητο:
Ίδιους κανόνες για όλους.
Πλήρη διαφάνεια.
Πλήρη λογοδοσία.