Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή: Μια υποχρέωση της πολιτείας προς τους Αθηναίους

Μάρω Ευαγγελίδου 10 Αυγ 2026

Η πρόσφατη πυρκαγιά στο κτίριο του Μπάτμιντον έφερε στην επικαιρότητα μια θεσμική εκκρεμότητα που διαρκεί πλέον 50 χρόνια και αποδεικνύει την προχειρότητα/αποσπασματικότητα με την οποία αντιμετωπίζει η πολιτεία (κράτος και αυτοδιοίκηση) τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και την αδυναμία του χωρικού σχεδιασμού να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους, ώστε να επηρεάσει (αν όχι να καθοδηγήσει, όπως συμβαίνει διεθνώς) τα πράγματα.

Οι λεγόμενες στρατηγικές αναπλάσεις σε απαξιωμένες στρατιωτικές ή βιομηχανικές περιοχές (Brown fields) που, λόγω της θέσης τους στον αστικό ιστό, προσφέρονται για σύνθετες πολεοδομικές παρεμβάσεις με βιοκλιματικό πρόσημο, προχωρούν διεθνώς βάσει μιας μεθοδολογίας που θέτει σε δημόσιο διάλογο αρχικά τους στόχους και στη συνέχεια συγκεκριμένες προτάσεις ή εναλλακτικές λύσεις, επί σχεδίου. Επί πλέον εντάσσονται σε προγράμματα «κλιματικής ανθεκτικότητας» εξασφαλίζοντας πηγές χρηματοδότησης με συνεργασία ιδιωτικών και δημοσίων πόρων.

Το «Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή» ως ιδέα «διείσδυσης της φύσης μέσα στον αστικό ιστό», («σφήνα πρασίνου» έλεγε ο Τρίτσης) που θεσμοθετείται στο ΡΣΑ/1985 (Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνας), ως μέρος του δικτύου υπερτοπικών πόλων αναψυχής και σύνδεσης των ορεινών όγκων με τις ακτές, ήταν από τα πρώτα παραδείγματα σύνδεσης πολεοδομικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.

Ένα κουβάρι και πως ξετυλίγεται

Το 1977, (επί υπουργείας Αβέρωφ) ψηφίζεται ο ν.732 που θέσπισε ότι έκταση 965 στρεμμάτων της λεγόμενης στρατιωτικής πόλης Γουδή, θα αποδιδόταν στους δήμους Αθηναίων και Ζωγράφου «επί τω σκοπώ δημιουργίας χώρου πρασίνου (άλσους)». Το εγχείρημα προχώρησε μόνο εν μέρει διότι ένας όρος για την μεταβίβαση -να πολεοδομηθεί η έκταση βόρεια της Κατεχάκη ως οικισμός στέγασης αξιωματικών- κρίθηκε αντισυνταγματικός, λόγω δασικού καθεστώτος. Έκτοτε υπάρχει σοβαρή ιδιοκτησιακή εκκρεμότητα, αλλά η θεσμική δέσμευση για δημιουργία Άλσους στο «υποχρησιμοποιούμενο στρατόπεδο» Βαρύτη ισχύει εκ του νόμου, και ισχυροποιήθηκε από τα Προεδρικά Διατάγματα προστασίας του Υμηττού (1979 και 2011).

Με την παραχώρηση του λεγόμενου «Ολυμπιακού Κέντρου Γουδή» στην ΕΤΑΔ (Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου), για μεταολυμπιακή εκμετάλλευση και διαχείριση (ν.3342/2005), το «στρατόπεδο» διχοτομείται κυριολεκτικά, αφού η ΕΤΑΔ διαχειρίζεται όχι μόνο τα κτίρια (Μπάτμιντον, Ιππικό Κέντρο, Αρένα), αλλά και τον ενδιάμεσο ελεύθερο χώρο με το οδικό δίκτυο. Τμήματά του υπολοίπου «στρατοπέδου» παραχωρούνται σε δημόσιες και ιδιωτικές χρήσεις, από το Ταμείο Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), που περιφράσσονται μετά από ad hoc εγκρίσεις, με αποτέλεσμα το περίφημο Άλσος Στρατού που άνοιξε στο κοινό την δεκαετία του ‘80, να απομειώνεται συνεχώς και να υφίσταται μια ανεξέλεγκτη εισβολή κάθε είδους οχημάτων, με κορύφωση τη μαζική στάθμευση (ακόμα και γερανών) στην πρώην κεντρική πλατεία του Άλσους.

Η ευθύνη για την οδική κίνηση και πρόληψη ατυχημάτων, δεν ανήκει ούτε στην τροχαία ούτε στην δημοτική αστυνομία, διότι το οδικό δίκτυο θεωρείται ιδιωτικό, αλλά (τυπικά) μοιράζεται μεταξύ ΤΕΘΑ και ΕΤΑΔ, οι οποίοι φυσικά δεν διαθέτουν ούτε τον μηχανισμό ούτε την αρμοδιότητα να προβούν σε κυκλοφοριακό σχεδιασμό, σήμανση και αστυνόμευση. Η ρητή πρόβλεψη του ΠΔ/τος περί «απαγόρευσης της διαμπερούς κυκλοφορίας», δεν μπορεί να υλοποιηθεί διότι δεν βασίζεται στον ΚΟΚ (Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας), ο οποίος δίνει αρμοδιότητες ρύθμισης, αστυνόμευσης και επιβολής ποινών στο δημόσιο οδικό δίκτυο.

Έτσι τα ΠΔ/τα που ορίζουν |χρήσεις γης», διακρίνοντας: περιοχή απολύτου προστασίας του ορεινού όγκου, πυρήνα του Μητροπολιτικού Πάρκου και περιμετρική ζώνη κοινωφελών χρήσεων, ρυθμίζουν μεν τη δόμηση, αλλά αποδεικνύονται απολύτως ανεπαρκή να ρυθμίσουν το πρόβλημα του κατακερματισμού, των περιφράξεων, την κυκλοφορία και στάθμευση στο Πάρκο. Εξ ίσου αδύναμες αποδεικνύονται και οι προβλέψεις του ΠΔ/τος για σύσταση «ενιαίου φορέα διαχείρισης», διότι προσκρούουν στην ιδιοκτησιακή ασάφεια.

Το μόνο θεσμικό εργαλείο που μπορεί να ανατάξει την θεσμική αταξία που έχει επιφέρει η αποσπασματική κατάτμηση της έκτασης, είναι η έγκριση ενός ρυμοτομικού «σχεδίου πόλεως» που θα ορίζει τον κοινόχρηστο ελεύθερο χώρο Πρασίνου, τα κτίρια και τις επιτρεπόμενες χρήσεις (εξειδικεύοντας τα ΠΔ/τα και το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο), τις αποδεκτές περιφράξεις, το δημοτικό οδικό δίκτυο με τους περιμετρικούς χώρους στάθμευσης, ώστε να επιτρέψει/επιβάλει ιδιοκτησιακές παραχωρήσεις (στον Δήμο ή σε διαδημοτικό φορέα διαχείρισης), οδική σήμανση και αστυνόμευση. Το σχέδιο θα εγκριθεί με ΠΔ αλλά ο Δήμος μπορεί να είναι βασικός επισπεύδων.

Αυτή η κατεύθυνση ευνοεί τόσο την ΕΤΑΔ όσο και το ΤΕΘΑ στην άσκηση του ρόλου τους, αρκεί να δεχθούν ότι οι περιορισμοί του ΠΔ/τος του 2011, υλοποιούν μια από 50ετίας κρατική δέσμευση προς τους Αθηναίους. Σημειωτέον το ίδιο το ΠΔ στηρίζεται αυστηρά στον ν.732/77, οριοθετώντας τον πυρήνα του Πάρκου, (με βάση τις υπό παραχώρηση πρώην στρατιωτικές εκτάσεις), ενώ εντάσσει στην περιμετρική ζώνη κοινωφελών χρήσεων τα ενεργά στρατόπεδα, τα νοσοκομεία και κτίρια διοίκησης, όπου επιτρέπεται ελεγχόμενη δόμηση, αναγνωρίζοντας τις ανάγκες προσαρμογής των δημόσιων αυτών λειτουργιών.

Ο ρόλος των πολιτών και του Δήμου: μια δημιουργική συμπόρευση

Η «Επιτροπή Αγώνα για το Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή», βασικός επισπεύδων και τοποτηρητής της περιβαλλοντικής νομιμότητας στην περιοχή, (ιδίως μετά την κατάργηση του Οργανισμού Αθήνας) έχει πετύχει την έκδοση:

(α) της εμβληματικής απόφασης του Συμβούλιου Επικρατείας (ΣτΕ 1970/2013) που ακυρώνει τον νόμο μονιμοποίησης του αρχικά προσωρινού κτιρίου «Μπάτμιντον» και της χρήσης του ως «χώρου συνάθροισης κοινού» διότι, δεν έχει εκτιμηθεί αν η λειτουργία του (λόγω μεγέθους και δυναμικότητας 1.980-2.400 θεατών) «συνάδει με τον σχεδιασμό του μητροπολιτικού πάρκου», και διότι οι επιτρεπόμενες χρήσεις στο «αστικό πράσινο-ελεύθεροι χώροι» δεν νοείται να αναιρούν τη «βασική πολεοδομική λειτουργία της περιοχής ως περιοχής πρασίνου».

(β) μιας σύστασης της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας (ΕΑΔ) προς όλους τους συναρμόδιους φορείς για την υλοποίηση του Πάρκου, ιδίως δε προς τον δήμο Αθηναίων να επισπεύσει την εξειδίκευση του σχεδιασμού και να ελέγξει τις αυθαίρετες κατασκευές εντός του Πάρκου.

Ο Δήμος έχει «εκκινήσει τη διαδικασία» εξειδίκευσης του σχεδιασμού, με Απόφαση ΔΣ, αλλά προχωρά με αργά βήματα, λόγω τεχνικών δυσκολιών (απαγόρευση τοπογραφικής αποτύπωσης σε στρατιωτικές εκτάσεις, συνεννοήσεις με φορείς που απαιτούν πολιτική παρέμβαση). Παράλληλα, με πρωτοβουλία του δημάρχου Αθηναίων και κοινή επιστολή με τους δημάρχους Ζωγράφου και Παπάγου, έχουν προταθεί στο ΥΠΕΝ, νομοθετικές βελτιώσεις για την ίδρυση φορέα διαχείρισης και τον άμεσο έλεγχο της κυκλοφορίας, προτάσεις που δυστυχώς δεν είχαν αποτέλεσμα.

Σήμερα τα θέματα αιχμής, όπως η κατεδάφιση του Μπάτμιντον, πρέπει να προχωρούν παράλληλα, αλλά να μη λειτουργούν ως άλλοθι υποβαθμίζοντας το μείζον διακύβευμα που είναι η υλοποίηση του Πάρκου: η επεξεργασία ενός πολεοδομικού ρυμοτομικού σχεδίου, που θα υποδεικνύει τον τρόπο υλοποίησης του Πάρκου, με τις αναγκαίες παραδοχές ανά εγκατεστημένο φορέα, αποτελεί δέσμευση της δημοτικής αρχής ενώπιον του ΔΣ.

Ελπίζω εντός του φθινοπώρου, να δημοσιοποιηθεί ένα σχέδιο βάσης διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων με τις άλλες παρατάξεις και τους φορείς που έχουν μακροχρονίως ασχοληθεί με το θέμα.

Εφόσον η πρόταση τύχει ευρείας υποστήριξης, ο Δήμος θα έχει αυξημένη διαπραγματευτική ικανότητα προς τους αρμόδιους κρατικούς φορείς και οι κάτοικοι του Λεκανοπεδίου έχουν ελπίδες να κερδίσουν το μητροπολιτικό πάρκο που τους αξίζει.

Ας αποδείξουμε σε συνεργασία με τους πολίτες ότι η επέτειος των 50 χρόνων από το 1977, θα μας εμπνεύσει για ένα όραμα που δεν «κόβει μόνο κορδέλα» αλλά θέτει γερό θεμέλιο για την κλιματική ανθεκτικότητα της Αθήνας!

Πηγή: www.tovima.gr