Η χώρα μετράει την ανάπτυξη με το ΑΕΠ, την ώρα που ο πλούτος της σε φυσικό κεφάλαιο καίγεται κυριολεκτικά.
Οι καταστροφικές πυρκαγιές που σαρώνουν κάθε καλοκαίρι την Ελλάδα δεν είναι «ακραία φαινόμενα» που πρέπει να αποδεχθούμε μοιρολατρικά καθώς αποτελούν την αντανάκλαση μιας βαθιάς παθογένειας, της αδυναμίας μας να αντιμετωπίσουμε τη φύση ως κεφάλαιο και όχι ως αναλώσιμο.
Η τραγωδία στο Μάτι το 2018, όπου έχασαν τη ζωή τους 104 άνθρωποι, αποκάλυψε με τον πιο δραματικό τρόπο το ανθρώπινο και θεσμικό κόστος μιας καταστροφής.
Πέντε χρόνια αργότερα, οι καταστροφικές πυρκαγιές του 2023 στον Έβρο και σε άλλες περιοχές της χώρας αποτέλεσαν τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χάθηκαν πολύτιμα δασικά οικοσυστήματα, προστατευόμενες περιοχές και σημαντικό μέρος του φυσικού κεφαλαίου της χώρας. Ωστόσο, στους εθνικούς λογαριασμούς καταγράφηκαν κυρίως οι δαπάνες αποκατάστασης και όχι η πραγματική μείωση του εθνικού πλούτου. Η λογιστική αποτύπωσε το κόστος της ανοικοδόμησης, όχι την αξία αυτού που χάθηκε.
Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται εύλογα στις αποζημιώσεις, στην ανασυγκρότηση και στα έργα αποκατάστασης. Λίγοι όμως παρατηρούν το παράδοξο καθώς οι δαπάνες αυτές αυξάνουν την οικονομική δραστηριότητα και καταγράφονται θετικά στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ενώ η απώλεια του φυσικού κεφαλαίου που τις προκάλεσε παραμένει σχεδόν αόρατη.
Από το 1992 έως το 2014, το παραγόμενο κεφάλαιο ανά κάτοικο παγκοσμίως διπλασιάστηκε και το ανθρώπινο κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 13%. Την ίδια περίοδο όμως, το φυσικό κεφάλαιο μειώθηκε κατά 40%. Αυτή την υποβάθμιση την ζούμε έντονα ήδη στην Ελλάδα.
Κάθε χαμένο δάσος δεν σημαίνει μόνο απώλεια βιοποικιλότητας και επιπλέον μείωση της ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική αλλαγή, καταστροφή εδαφών και υδατικών αποθεμάτων, υπονόμευση του τουρισμού και της τοπικής ανάπτυξης, αύξηση του κόστους αποκατάστασης και της ανασφάλειας για τις κοινότητες.
Η οικονομική ιστορία χαρακτηρίζεται από περιόδους κατά τις οποίες ένα νέο θεωρητικό παράδειγμα μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πλούτο, την ανάπτυξη και τον ρόλο του κράτους.
Συγκεκριμένα, ο Adam Smith προσδιόρισε τον πλούτο ως προϊόν της εργασίας και της εξειδίκευσης. Ο John Maynard Keynes επαναπροσδιόρισε τη σχέση κράτους και οικονομίας μέσα από τη διαχείριση της συνολικής ζήτησης. Ο Simon Kuznets δημιούργησε το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ως εργαλείο μέτρησης της οικονομικής δραστηριότητας. Ο Sir Partha Dasgupta, έναν αιώνα αργότερα, υπενθύμισε ότι η οικονομία δεν είναι ένα αυτόνομο σύστημα, αλλά ένα υποσύνολο της βιόσφαιρας και ότι η φύση αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο κάθε κοινωνίας.Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, παραμένει ημιτελής.
Πράγματι η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει αναπτύξει πλέον ολοκληρωμένες μεθοδολογίες αποτίμησης του φυσικού κεφαλαίου. Το System of Environmental-Economic Accounting (SEEA) των Ηνωμένων Εθνών, η Dasgupta Review, οι εκθέσεις Inclusive Wealth Report του Πανεπιστημίου των Ηνωμένων Εθνών και η πρωτοβουλία Changing Wealth of Nations της Παγκόσμιας Τράπεζας συγκροτούν ένα νέο γνωστικό πεδίο. Εκείνο που εξακολουθεί να απουσιάζει είναι η μετάβαση από τη μέτρηση στη διακυβέρνηση.
Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, η κυβέρνηση δεν διαχειρίζεται αποκλειστικά τα δημόσια οικονομικά αλλά και το σύνολο του εθνικού κεφαλαίου, το οποίο περιλαμβάνει το φυσικό, το ανθρώπινο, το παραγόμενο, το κοινωνικό και το θεσμικό κεφάλαιο.
Εάν το δημόσιο χρέος αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές, η υποβάθμιση του φυσικού κεφαλαίου συνιστά εξίσου σημαντική διαγενεακή υποχρέωση.
Η αποψίλωση των δασών, η απώλεια βιοποικιλότητας, η ερημοποίηση των εδαφών ή η εξάντληση των υδάτινων πόρων δεν είναι αποκλειστικά περιβαλλοντικά γεγονότα. Συνιστούν απομείωση του εθνικού ενεργητικού.
Μπορεί η δημοσιονομική λογιστική του 20ού αιώνα να παρακολουθεί με εξαιρετική ακρίβεια το δημόσιο έλλειμμα, το δημόσιο χρέος και τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του κράτους. Δυστυχώς, όμως δεν διαθέτει αντίστοιχη αυστηρότητα ως προς την απομείωση του φυσικού πλούτου.
Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη ασυμμετρία.
Μια κυβέρνηση λογοδοτεί καθημερινά για την αύξηση του δημόσιου χρέους, αλλά σχεδόν ποτέ για τη μείωση του φυσικού κεφαλαίου της χώρας.
Η ασυμμετρία αυτή δεν είναι πλέον επιστημονικά ούτε πολιτικά βιώσιμη.
Η γνωστή Έκθεση Dasgupta για τη βιοποικιλότητα τονίζει ότι οι οικονομίες είναι ενσωματωμένες στη φύση. Στην Ελλάδα, οι πυρκαγιές αποκαλύπτουν πόσο μακριά βρισκόμαστε από αυτή τη θεμελιώδη αλήθεια. Η χώρα συνεχίζει να υπολογίζει την ανάπτυξη αποκλειστικά μέσω ΑΕΠ, ενώ το φυσικό της κεφάλαιο φθίνει με ανυπολόγιστες συνέπειες.
Το έργο του Sir Partha Dasgupta άνοιξε έναν νέο δρόμο στη σύγχρονη οικονομική σκέψη. Με επιστημονική αυστηρότητα απέδειξε ότι η φύση δεν αποτελεί εξωτερική παράμετρο της οικονομίας, αλλά θεμελιώδες παραγωγικό κεφάλαιο. Η οικονομία δεν λειτουργεί δίπλα στη φύση, λειτουργεί μέσα σε αυτήν. Ετσι όταν ένα δάσος καταστρέφεται, δεν χάνεται μόνο ένα περιβαλλοντικό αγαθό. Μειώνεται η παραγωγική ικανότητα μιας χώρας, αποδυναμώνεται η ανθεκτικότητα των οικοσυστημάτων, περιορίζονται οι δυνατότητες των επόμενων γενεών να δημιουργήσουν ευημερία.
Η συμβολή αυτή, όσο σημαντική κι αν είναι, οδηγεί σε ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα. Εάν αποδεχόμαστε ότι το φυσικό κεφάλαιο αποτελεί μέρος του εθνικού πλούτου, γιατί οι επίσημοι εθνικοί λογαριασμοί εξακολουθούν να μην καταγράφουν συστηματικά την απομείωσή του; Γιατί ένα κράτος μπορεί να εμφανίζεται οικονομικά ισχυρότερο, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύει τα θεμέλια της ίδιας του της ευημερίας;
Όσο οι εθνικοί λογαριασμοί αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ δημιουργίας νέου πλούτου και αποκατάστασης απωλειών, το ΑΕΠ θα συνεχίζει να παρουσιάζει μια ελλιπή εικόνα της πραγματικής οικονομικής ευημερίας.
Ετσι το ΑΕΠ όχι δεν καταγράφει την απώλεια αυτού του φυσικού και παραγωγικού κεφαλαίου, αντιθέτως, καταγράφει ως νέα οικονομική δραστηριότητα τις δαπάνες για την κατάσβεση, τις αποζημιώσεις, τις ασφαλιστικές πληρωμές, τις εργολαβίες αποκατάστασης και την ανοικοδόμηση. Έτσι δημιουργείται ένα θεμελιώδες λογιστικό παράδοξο, όσο μεγαλύτερη είναι η καταστροφή, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η μετέπειτα συμβολή της στην αύξηση του ΑΕΠ.
Η οικονομία εμφανίζεται στατιστικά να «αναπτύσσεται», ενώ στην πραγματικότητα προσπαθεί απλώς να ανακτήσει μέρος του πλούτου που έχασε καθώς η ανακατασκευή δεν παράγει νέο εθνικό πλούτο. Όσο οι εθνικοί λογαριασμοί αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ δημιουργίας νέου πλούτου και αποκατάστασης απωλειών, το ΑΕΠ θα συνεχίζει να παρουσιάζει μια ελλιπή εικόνα της πραγματικής οικονομικής ευημερίας.
Η Ελλάδα δεν έχει πλέον την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τις φυσικές καταστροφές με επικοινωνιακές πρακτικές που ανήκουν σε μια άλλη εποχή. Οι εικόνες από επισκέψεις στο Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων, οι φωτογραφίες υψηλού συμβολισμού και οι δημόσιες δηλώσεις διαχείρισης της κρίσης μπορεί να έχουν επικοινωνιακή αξία, δεν συνιστούν όμως υποκατάστατο μιας σύγχρονης οικονομικής στρατηγικής πρόληψης και προστασίας του εθνικού φυσικού κεφαλαίου.
Η πραγματική επιτυχία μιας κυβέρνησης δεν μετριέται από την εικόνα της την ημέρα της καταστροφής, αλλά από το αν η καταστροφή αποφεύχθηκε ή περιορίστηκε χάρη σε μακροχρόνιο σχεδιασμό, θεσμική ετοιμότητα και επενδύσεις στην ανθεκτικότητα.
Στον 21ο αιώνα, η πολιτική λογοδοσία δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαχείριση της κρίσης, πρωτίστως οφείλει να αξιολογείται από την ικανότητα διατήρησης και ενίσχυσης του φυσικού, ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου της χώρας.
Σήμερα η οικονομία δεν μπορεί να είναι μόνο η επιστήμη της μεγιστοποίησης του εισοδήματος ή της κερδοφορίας αλλά η επιστήμη της διατήρησης των προϋποθέσεων της ανθρώπινης ευημερίας.
Το σημαντικότερο περιουσιακό στοιχείο μιας δημοκρατίας πέρα από το δημόσιο ταμείο της, αποτελεί το σύνολο του φυσικού, ανθρώπινου, κοινωνικού και θεσμικού κεφαλαίου που παραδίδει στην επόμενη γενιά.
Αυτή αποτελεί, ίσως, την ουσιαστικότερη πρόκληση της πολιτικής οικονομίας στον 21ο αιώνα. Και ταυτόχρονα, ίσως, τη μεγάλη ιστορική ευκαιρία της Ελλάδας να πρωτοστατήσει όχι απλώς σε μια περιβαλλοντική πολιτική, αλλά στη διαμόρφωση ενός νέου προτύπου δημοκρατικής οικονομικής διακυβέρνησης.