«Μαγεύτηκα από τον Μπέργκμαν όταν, στα μέσα της δεκαετίας του 60, πρωτοείδα, έφηβος, στο υπόγειο του Άστυ τις «Άγριες Φράουλες», την πρώτη του κινηματογραφική «εξομολόγηση-διαθήκη» που γύρισε σε ηλικία 39 ετών (θα υπάρξουν και αρκετές άλλες στην τελευταία περίοδο της καριέρας του). Και από τότε επανέρχομαι συχνά στο έργο του», έγραφε ο πρόωρα χαμένος φίλος Μισέλ Δημόπουλος με αφορμή την επέτειο του θανάτου, στις 30 Ιουλίου του 2007 του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Αναδημοσιεύω το κείμενο του όχι μόνο τιμώντας τη μνήμη του μεγάλου Σουηδού δημιουργού αλλά και ως δείγμα της βαθύτατης κινηματογραφικής παιδείας του Μισέλ αλλά και της διεισδυτικής, κριτικής ματιάς του που, υπερβαίνοντας απλοϊκές προσεγγίσεις και διαδεδομένες κοινοτοπίες, του επέτρεπε τέτοια συμπυκνωμένη ανάγνωση του μπεργκμανικού έργου:
«Παρόλο που σήμερα θεωρείται πια κλασικός και συγκαταλέγεται στους λίγους που εισήλθαν εν ζωή στον πάνθεον των μεγάλων καλλιτεχνών - γενικότερα ομόφωνα αποδεκτός από το φιλότεχνο κοινό και όχι μόνο από τους σινεφίλ - φοβάμαι ότι αποκρυσταλλώθηκε τελικά στις συνειδήσεις περισσότερο η εικόνα ενός ζοφερού και «εμμονικού» δημιουργού, βασανισμένου από μεταφυσικά προβλήματα, θρησκευτικούς στοχασμούς και υπαρξιακές αγωνίες ενώ αντίθετα παραμερίστηκε το γεγονός ότι υπήρξε πολύπλευρος και ονειροπόλος, σαρκικός και διερευνητής συναισθημάτων εμποτισμένος από τη λογοτεχνία και το θέατρο (ανέβασε πάνω από 100 θεατρικά έργα), οργισμένος νέος στα πρώτα του βήματα (αρχές του ‘50), ανήσυχος μάγος στα όρια του φανταστικού και του ρεαλισμού στη συνέχεια, απελπισμένος και συμφιλιωμένος αργότερα, αφαιρετικός και ανατρεπτικός προς το τέλος του ’60 ( «Περσόνα», 1966) πριν φτάσει στην ωριμότητα και την αποθέωση ενός ανάστατου κλασικισμού («Φάνυ και Αλέξανδρος», 1982).
Και τα θέματα ποικίλουν όσο διατρέχουμε το μπεργκμανικό σύμπαν: η αγάπη και ο θάνατος, η ελπίδα και η άγνοια, η ανθρώπινη μοναξιά και η περιθωριοποίηση του καλλιτέχνη, ο εγωισμός του αρσενικού και η γυναικεία υπόσταση, η κρίση του ζευγαριού και η διάλυση της οικογένειας. Και όμως παρά τις συχνά αντιφατικές πτυχές του, το έργο του επιβάλλεται ως κορυφαίο και μοναδικό χάρη, κυρίως, στην εσωτερική συνοχή της τέχνης του. Μιας τέχνης την οποία έφερε προοδευτικά στα δικά του αισθητικά μέτρα, επινοώντας συνεχώς νέες μορφές, νέες κινηματογραφικές αντιλήψεις χωρίς, ωστόσο, να αναιρέσει τις προηγούμενες κατακτήσεις του. Η συχνή χρήση των γκρο πλάνων πάνω στα πρόσωπα ηθοποιών που τον εμπιστεύονται τυφλά, τα σφιχτά κάδρα, το μοντάζ που βασίζεται στο ρυθμό «ψυχικών» συνειρμών είναι τα πιο χαρακτηριστικά και απαράμιλλα εργαλεία μιας ξεχωριστής και ποιητικής κινηματογραφικής έκφρασης που έχει και θα έχει παντοτινά την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, του σοφότερου εξερευνητή των δονήσεων της ανθρώπινης ψυχής στον 20ο αιώνα».