Τζον Χιούστον

Τέλης Σαμαντάς 05 Αυγ 2026

«Έζησα πολλές ζωές. Τείνω όμως να ζηλεύω τους ανθρώπους που πέρασαν μία μόνο ζωή, με μια δουλειά, μια γυναίκα, σε μια χώρα, κάτω από έναν θεό. Μπορεί να μην είχαν και τόσο συναρπαστικό βίο, αλλά τουλάχιστον στα 73 τους ήξεραν πόσο γέροι ήταν». Ο ίδιος στα 73 του όχι μόνο δε θεωρούσε πως ήταν «γέρος» αλλά συνέχιζε να ζεί όπως πριν –και να κάνει ταινίες όπως πριν. Στο μεταξύ είχε θελήσει να γίνει μποξέρ, εκπαιδευτής αλόγων, συγγραφέας και ζωγράφος πορτρέτων στις όχθες του Σηκουάνα.

Αλλά ακόμη και όταν το Χόλλυγουντ τον αποδέχθηκε ως σκηνοθέτη συνέχισε τη μποέμικη ζωή του, μέσα και έξω από τις ταινίες: «Αυτοί που κάνουν ταινίες , πέρα από όλες τις δεσμεύσεις και τους περιορισμούς που φυσιολογικά τους επιβάλλονται, έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν και ανεξάρτητα. Να ζήσουν οι ίδιοι με τον τρόπο που επιλέγουν». Και όταν άρχισαν οι διώξεις του μακαρθισμού, επέλεξε να καταγγείλει τον «ηθικό ξεπεσμό» των ΗΠΑ και να μετακομίσει στην Ιρλανδία, παίρνοντας και την ιρλανδική υπηκοότητα.

Όπως επέλεξε να μην εγκαταλείψει ποτέ, παρά τις ιατρικές προειδοποιήσεις, το ουίσκι από το ένα χέρι και το πούρο από το άλλο. Ασφαλώς όμως δεν έμεινε γι αυτό στην Ιστορία ούτε για τις σχέσεις του με τις γυναίκες . Έμεινε για τον πολύμορφο, εντυπωσιακό κινηματογραφικό κόσμο που δημιούργησε: «Το Γεράκι της Μάλτας», «Οι θησαυροί της Σιέρα Μάντρε», «Key Largo», «Η ζούγκλα της Ασφάλτου», «Το κόκκινο σήμα του θάρρους», «Η Βασίλισσα της Αφρικής», «Μόμπυ Ντικ», «Οι Αταίριαστοι», «Φρόυντ», «Η Νύχτα της Ιγκουάνα», «Ανταύγειες σε χρυσά Μάτια», «Το Γράμμα απ’ το Κρεμλίνο», «Fat City», «Ο Άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς», «Άννι», «Κάτω από το Ηφαίστειο», «Η Τιμή των Πρίτζι», «Οι Νεκροί» (ή "Οι Δουβλινέζοι"), ανάμεσα στις 41 ταινίες που σκηνοθέτησε.

Ο Τζον Χιούστον γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 5 Αυγούστου του 1906 και πέθανε ογδόντα ένα χρόνια μετά, επιμένοντας να υποστηρίζει : «Πιστεύω ακράδαντα πως ο θεός δεν είναι νεκρός, είναι απλώς μεθυσμένος».