Η Δημοκρατία προϋποθέτει ένα δημόσιο διάλογο που στηρίζεται στα γεγονότα και στα δεδομένα. Η Δημοσιογραφία έχει χρέος να ερευνά, να αποκαλύπτει και να ελέγχει την Εξουσία. Όταν όμως αντικαθιστά την τεκμηρίωση με υπαινιγμούς και ισχυρισμούς που δεν αποδεικνύονται, παύει να υπηρετεί την ενημέρωση και κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο δημιουργίας εντυπώσεων, συκοφαντιών, παραπληροφόρησης και διασποράς ψευδών ειδήσεων.
Το δημοσίευμα της «Εστίας της Κυριακής», που κάνει λόγο για δήθεν μυστικό δείπνο μεταξύ του Γιώργου Γεραπετρίτη, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη με αντικείμενο μία υποτιθέμενη «συγκυβέρνηση παραγραφής», προκάλεσε εύλογη αίσθηση. Ωστόσο, ακολούθησαν άμεσα και κατηγορηματικά οι διαψεύσεις όλων των εμπλεκομένων.
Η Άννα Διαμαντοπούλου χαρακτήρισε το δημοσίευμα απολύτως ψευδές και συκοφαντικό, ζήτησε την άμεση ανάκλησή του και προανήγγειλε την άσκηση παντός νομίμου δικαιώματός της. Αντίστοιχα, τόσο ο Γιώργος Γεραπετρίτης όσο και ο Μανώλης Χριστοδουλάκης διέψευσαν ότι πραγματοποιήθηκε το περιγραφόμενο δείπνο ή ότι υπήρξε οποιαδήποτε συζήτηση με το περιεχόμενο που τους αποδίδεται.
Πέρα όμως από τις επιμέρους διαψεύσεις, υπάρχει κάτι πολύ ισχυρότερο: η ίδια η πολιτική διαδρομή της Άννας Διαμαντοπούλου.
Σε μια εποχή όπου αρκετοί πολιτικοί μετακινούνται από χώρο σε χώρο, προσαρμόζοντας την πολιτική τους ταυτότητα στις συγκυρίες, η Άννα Διαμαντοπούλου αποτελεί μια χαρακτηριστική εξαίρεση. Από την πρώτη ημέρα της πολιτικής της παρουσίας μέχρι σήμερα υπηρέτησε σταθερά τον χώρο της ελληνικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τον ιδεολογικό της χώρο, ακόμη και όταν αυτός βρέθηκε στη δυσκολότερη καμπή της ιστορίας του. Δεν αναζήτησε προσωπικά πολιτικά καταφύγια, ούτε προσαρμόστηκε στους εκάστοτε συσχετισμούς για να εξασφαλίσει μια ευκολότερη πολιτική διαδρομή.
Η δημόσια πορεία της χαρακτηρίζεται από συνέπεια, θεσμικότητα και μεταρρυθμιστικό λόγο. Είτε ως Επίτροπος της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε ως υπουργός, είτε ως κορυφαίο στέλεχος του ΠΑ.ΣΟ.Κ., υπηρέτησε με σταθερότητα συγκεκριμένες πολιτικές αρχές. Κάποιος μπορεί να διαφωνεί μαζί της. Δεν μπορεί όμως να της αποδώσει ιδεολογικό καιροσκοπισμό ή πολιτική ασυνέπεια.
Άλλωστε, η ίδια η Άννα Διαμαντοπούλου έχει επανειλημμένα τοποθετηθεί δημόσια απέναντι σε σενάρια πολιτικής σύμπλευσης με τη Νέα Δημοκρατία, ξεκαθαρίζοντας ότι η πολιτική της αναφορά παραμένει ο χώρος της σύγχρονης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και του ΠΑ.ΣΟ.Κ. . Η θέση αυτή δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή, αλλά συνέχεια μίας σταθερής πολιτικής διαδρομής δεκαετιών. Γι’ αυτό και η απόπειρα να παρουσιαστεί ως μέρος ενός διαφορετικού πολιτικού σχεδίου δεν αντιστοιχεί μόνο στις δικές της διαψεύσεις, αλλά έρχεται σε αντίθεση με όσα η ίδια έχει διαχρονικά δημόσια υποστηρίξει.
Η Άννα Διαμαντοπούλου δεν χρειάστηκε ποτέ να αλλάξει πολιτική ταυτότητα για να παραμείνει παρούσα. Παρέμεινε στη σοσιαλδημοκρατία όταν αυτή δοκιμαζόταν, όταν ήταν εκλογικά δύσκολη, όταν πολλοί επέλεγαν ευκολότερους δρόμους και μεταπηδούσαν είτε στη Νέα Δημοκρατία, είτε στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. . Δεν εγκατέλειψε ποτέ τον ιδεολογικό της χώρο για να αναζητήσει προσωπική πολιτική στέγη ούτε αναπροσάρμοσε τις αρχές της ανάλογα με τους συσχετισμούς. Η συνέπεια στις ιδέες δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα, αλλά στοιχείο πολιτικού χαρακτήρα. Και αυτό δεν μπορεί να διαγραφεί από κανένα πρωτοσέλιδο.
Ακριβώς γι’ αυτό, οι ισχυρισμοί του δημοσιεύματος δεν συγκρούονται μόνο με τις κατηγορηματικές διαψεύσεις των εμπλεκομένων. Συγκρούονται και με την ίδια τη δημόσια πολιτική διαδρομή της Άννας Διαμαντοπούλου, η οποία επί δεκαετίες έχει αποδείξει ότι επιλέγει τον δημόσιο πολιτικό λόγο και όχι τις υπόγειες διαδρομές.
Η υπόθεση, όμως, γεννά και εύλογα πολιτικά ερωτήματα.
Δεν είναι αδιάφορο ότι στο επίκεντρο του συγκεκριμένου δημοσιεύματος βρέθηκαν δύο κορυφαία στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η Άννα Διαμαντοπούλου και ο Μανώλης Χριστοδουλάκης. Δύο πολιτικοί που, ο καθένας με τον τρόπο του, έχουν ασκήσει διαχρονικά έντονη και τεκμηριωμένη κριτική στον Αλέξη Τσίπρα, τόσο κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όσο και πρόσφατα ως προέδρου του προσωπικού πολιτικού σχηματισμού του, της ΕΛ.Α.Σ. .
Ιδίως όταν πρόκειται για πρόσωπα που έχουν δημοσίως και επανειλημμένως τοποθετηθεί απέναντι σε τέτοια σενάρια, η δημιουργία αντίθετων εντυπώσεων απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη τεκμηρίωση.
Είναι, λοιπόν, εύλογο να αναρωτηθεί κανείς ποίον εξυπηρετεί η δημιουργία τέτοιων εντυπώσεων. Ποίοι ωφελούνται πολιτικά από την απόπειρα να εμφανιστούν κορυφαία στελέχη της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας ως συνομιλητές ενός σχεδίου που οι ίδιοι διαψεύδουν κατηγορηματικά; Τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν με υπαινιγμούς, αλλά μόνο με στοιχεία.
Η δημοσιογραφία δεν κρίνεται από την ένταση των τίτλων της. Κρίνεται από την αξιοπιστία των αποκαλύψεών της. Όταν διατυπώνονται τόσο σοβαροί ισχυρισμοί, η απόδειξη αποτελεί υποχρέωση, όχι επιλογή ή διακριτική ευχέρεια.
Η «Εστία» οφείλει πλέον να επιλέξει. Είτε να παρουσιάσει τα αδιάσειστα στοιχεία που θεμελιώνουν έναν τόσο βαρύ ισχυρισμό είτε να ανακαλέσει το δημοσίευμα και να ζητήσει δημόσια συγγνώμη από όσους στοχοποίησε.
Στη Δημοκρατία, η ελευθερία του Τύπου είναι αδιαπραγμάτευτη. Το ίδιο αδιαπραγμάτευτη, όμως, είναι και η ευθύνη απέναντι στην αλήθεια.
Συνοψίζοντας, όταν τα γεγονότα υποχωρούν μπροστά στις εντυπώσεις, ζημιωμένοι δεν είναι μόνο οι πολιτικοί που στοχοποιούνται. Ζημιωμένη είναι η ίδια η Δημοκρατία.