Τέλος εποχής – τέλος του Διαφωτισμού;

Αγγέλα Καστρινάκη 02 Αυγ 2026

Υπάρχουν κάποια συμπτώματα αδιάψευστα. Τους χαρίζουμε βιβλία και δεν κάνουν τον κόπο να πάνε ως το βιβλιοπωλείο που τους τα δίνει δωρεάν. Βιβλία θαυμάσια, επιλεγμένα για να συμβάλουν στον εμπλουτισμό των σπουδών τους.

Eως πριν από μερικά χρόνια γίνονταν ανάρπαστα – ίσως όχι για να διαβαστούν αλλά για να κοσμήσουν μια βιβλιοθήκη. Η βιβλιοθήκη δεν ήταν τάχα ένα σύμβολο κύρους για κάθε σπίτι, κάτι που ανέβαζε το στάτους του κατόχου της ακόμα κι αν δεν πολυδιάβαζε;

Κάποτε θα έπεφταν κυβερνήσεις αν περιόριζαν το «σύγγραμμα». Λέγεται ότι ο Γιώργος Παπανδρέου στο 1ο Μνημόνιο είχε πει στην τρόικα «ό,τι θέλετε, αλλά μη μου πειράξετε το πανεπιστημιακό σύγγραμμα». Τώρα ποιος νοιάζεται γι’ αυτή τη συρραφή χαρτιών; Ούτε για ντεκόρ πια!

Eζησα την απότομη μαζικοποίηση του πανεπιστημίου. Στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης του 1979 εισαγόμασταν 300 φοιτητές. Τα αμέσως επόμενα χρόνια οι εισαγόμενοι τριπλασιάστηκαν.

Eπειτα ιδρύθηκαν και άλλες Φιλοσοφικές ανά την επικράτεια. Και έκαναν αρχικά τη δουλειά τους – μόρφωναν ανθρώπους.

Ταυτόχρονα έθρεφαν και τις τοπικές κοινωνίες, για χάρη και των οποίων είχαν ιδρυθεί. Το μοντέλο αυτό έπασχε ήδη από χρόνια. Τώρα έχει καταρρεύσει. Το διατυμπανίζουν οι άδειες μας αίθουσες – άλλο αδιάψευστο σύμπτωμα.

Μήπως έχει καταρρεύσει και το ίδιο το μοντέλο του Διαφωτισμού, η μόρφωση για όλους; Το ψιθυρίζαμε μεταξύ μας, σε στενό οικογενειακό κύκλο, και δεν τολμούσαμε να το αγγίξουμε παραπάνω.

Το αφήναμε εκεί να κάθεται και να μας κοιτάζει απειλητικά. Μήπως τελικά η τόση μαζικότητα καταστρέφει την ίδια την παιδεία; Το γράφω και φρίττω!

Γιατί είναι η κατάρρευση του κόσμου για τον οποίο παλέψαμε, για τον οποίο παλεύει κάθε ταγμένος εκπαιδευτικός και κάθε συνείδηση που πιστεύει στη μεγάλη ιδέα της ισότητας.

Ναι, αλλά αυτό ήρθε να μας βρει τώρα από κει απ’ έξω. Από τις δεκάδες χιλιάδες παιδιά που δεν ενδιαφέρονται να μπουν στο πανεπιστήμιο. Από τους νέους που σπουδάζουν στα χαρτιά, αλλά δεν έρχονται να δουν τι στο καλό συμβαίνει στα αμφιθέατρα.

Από αυτούς που πατάνε στα μαθήματα αλλά κοιτάζουν όχι στα μάτια τον δάσκαλο, παρά τα κινητά τους. Από αυτούς που παρακολουθούν, αλλά όταν τους ρωτάς ευγενικά «θέλετε να γράψετε τώρα μια ασκησούλα για να δείτε εσείς οι ίδιοι πώς τα πάτε;» σηκώνονται και φεύγουν απ’ την αίθουσα.

Ή από όσους στην πρόταση «μήπως να γράψετε μια εργασία για να βελτιώσετε τον βαθμό σας», λένε ρητά και κατηγορηματικά όχι. Το φάντασμα της αδιαφορίας, αυτό είναι που μας κοιτάζει κατάματα τώρα και μας κοροϊδεύει.

Και τι κάνουμε άραγε; Πέφτουμε αμαχητί; Παραδεχόμαστε ότι η παιδεία – ιδιαίτερα η ανθρωπιστική παιδεία – είναι για λίγους, για μια ελίτ;

Για όσους έχουν τα κότσια να παράγουν ακόμα σκέψη την εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης; Για όσους δεν εκχωρούν το δικαίωμα στη δημιουργικότητα σε έναν αλγόριθμο;

Η αλήθεια είναι ότι η εποχή μας είναι εξαιρετικά ρευστή. Δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει αύριο. Ποια επαγγέλματα θα επιζήσουν. Αν οι άνθρωποι θα ζουν απ’ τη δουλειά τους ή από επιδόματα.

Ποιες ακριβώς θα είναι οι ανάγκες του μελλοντικού κόσμου. Είμαστε όλοι, και ιδίως οι νέοι, σαστισμένοι. Να μην πέσουμε αμαχητί. Αλλά για να μην πέσουμε έτσι, εντελώς άδοξα, πρέπει να ανασυνταχθούμε τώρα.

Αν μπούμε στις αίθουσες του χρόνου με τα ίδια εργαλεία και την ίδια μοιρολατρία, ακουμπάμε σιγά σιγά την ταφόπλακα πάνω μας. Ας μπούμε ορμητικά χρησιμοποιώντας την Τεχνητή Νοημοσύνη, δείχνοντας τη σωστή χρήση της…

Αλλά και το ταμπού της προαιρετικής παρακολούθησης των μαθημάτων πρέπει να σπάσει. Ακόμα κι αν πολλά από τα παιδιά μας δουλεύουν, ας καταλάβουν ότι το πανεπιστήμιο είναι χώρος συνύπαρξης και όχι εξεταστικό κέντρο απεριόριστων ευκαιριών, όπου ρίχνει κανείς μια ζαριά και αν πιάσει έπιασε.

Ο πρώτος εκλεγμένος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής στο Ρέθυμνο ήταν ένα φτωχόπαιδο, που μη βρίσκοντας δουλειά ούτε στην Κρήτη ούτε στην Αθήνα της δεκαετίας του 1950, πήγε εργάτης στη Γερμανία.

Είχε στην τσέπη τού σακακιού του μια γραμματική και ένα λεξικό. Δούλευε τη νύχτα στο εργοστάσιο και σπούδαζε τη μέρα.

Πηγή: www.tanea.gr