Αρκετά με το βούρκο. Ώρα να επιστρέψουμε στην Πολιτική

Νικόλαος Τζώρτζης 12 Αυγ 2026

Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η πολιτική αντιπαράθεση παύει να είναι πολιτική. Είναι η στιγμή που τα επιχειρήματα αντικαθίστανται από υπαινιγμούς, οι θέσεις από προσωπικές επιθέσεις και η πολιτική κριτική από πρωτοσέλιδα που επιχειρούν να δημιουργήσουν εντυπώσεις και να πλήξουν πρόσωπα.

Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθούμε ένα τέτοιο φαινόμενο με διαδοχικά δημοσιεύματα της «Εστίας» και της «Δημοκρατίας», με επιθέσεις εναντίον του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και συγκεκριμένων κορυφαίων στελεχών του, της Άννας Διαμαντοπούλου και του Μανώλη Χριστοδουλάκη. Και οι δύο έχουν απαντήσει δημόσια, χαρακτηρίζοντας τα δημοσιεύματα ψευδή και συκοφαντικά και ξεκαθαρίζοντας ότι θα αξιοποιήσουν, όπου απαιτείται, τα νόμιμα μέσα που τους παρέχει η Πολιτεία.

Και εδώ πρέπει να τελειώνει η συγκεκριμένη ιστορία.

Βέβαια, υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα. Η επίθεση δεν στρέφεται τυχαία εναντίον δύο προβεβλημένων και ικανών στελεχών του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τα οποία υπερασπίζονται δημόσια και με συνέπεια την πολιτική αυτονομία του κόμματος, ασκούν ουσιαστική κριτική τόσο στη Νέα Δημοκρατία όσο και στον Αλέξη Τσίπρα και επιμένουν να αντιπαρατίθενται πολιτικά, αντί να αναζητούν εύκολες προσωπικές συγκρούσεις.

Αυτό ασφαλώς δεν αποδεικνύει από μόνο του τίποτα. Θέτει όμως ένα εύλογο ερώτημα: ποίοι τελικά εξυπηρετούνται πολιτικά όταν δύο στελέχη που υπερασπίζονται την αυτονομία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ασκούν κριτική προς διαφορετικές κατευθύνσεις βρίσκονται ταυτόχρονα στο στόχαστρο μίας τέτοιας εκστρατείας; Το ερώτημα αυτό δεν χρειάζεται να απαντηθεί με υποθέσεις ή νέες καταγγελίες. Στοιχεία εκ του αποτελέσματος δεν υπήρξαν, ούτε και παρουσιάστηκαν. Αν υπάρχουν παράνομες ενέργειες, ας κριθούν από τη Δικαιοσύνη. Και αν δεν υπάρχουν, ας τελειώσει εδώ η προσπάθεια δημιουργίας εντυπώσεων.

Άλλο η πολιτική κριτική και άλλο ο κιτρινισμός και η σπίλωση.

Όταν υπάρχουν στοιχεία, δημοσιοποιούνται και ελέγχονται. Όταν υπάρχουν καταγγελίες, τεκμηριώνονται. Όταν κάποιος θεωρεί ότι συκοφαντήθηκε και υφίσταται παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, προσφεύγει στη Δικαιοσύνη. 

Υπάρχουν θεσμοί. Υπάρχει Δικαιοσύνη. Ας κάνει ο καθένας τη δουλειά του λοιπόν.

Αν η δημόσια συζήτηση μετατραπεί σε έναν ατέρμονο κύκλο «πρωτοσέλιδο, διάψευση, ανταπάντηση, νέο πρωτοσέλιδο», τότε η Πολιτική έχει ήδη χάσει και μαζί της έχει χάσει και η Κοινωνία. Οι πολίτες δεν ξυπνούν κάθε πρωί με αγωνία για το ποιον θα στοχοποιήσει σήμερα μία εφημερίδα. Έχουν πολύ σοβαρότερα και απτά προβλήματα: Την ακρίβεια, τη στέγαση, τα υψηλά ενοίκια, τους χαμηλούς μισθούς, το υπερβολικά αυξημένο κόστος ζωής, εξαιτίας των ολιγοπωλίων που μαστίζουν την αγορά υπό την κάλυψη της κυβέρνησης, ένα μονίμως πάσχον  Ε.Σ.Υ., μία κατ' όνομα μόνο δημόσια παιδεία, τις υποστελεχωμένες και σε πολλές περιπτώσεις απαρχαιωμένες δημόσιες συγκοινωνίες, την ανεπαρκέστατη και μη παραγωγική δημόσια διοίκηση, τη ραγδαίως ερημοποιούμενη περιφέρεια και την αδυναμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των νέων ανθρώπων να σχεδιάσουν τη ζωή τους με στοιχειώδη ασφάλεια.

Αυτά είναι τα πραγματικά πολιτικά ζητήματα που απασχολύν τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών και σε αυτά πρέπει να επιστρέψει η συζήτηση.

Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και τα θιγόμενα στελέχη του δεν έχουν κανένα λόγο να εγκλωβιστούν σε ένα χαρτοπόλεμο πρωτοσέλιδων. Έχουν κάτι πολύ σημαντικότερο να κάνουν: να παρουσιάσουν το πολιτικό πρόγραμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και να πείσουν την Κοινωνία ότι μπορούν να κυβερνήσουν διαφορετικά. Να εξηγήσουν γιατί η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να γίνει ξανά πλειοψηφική πρόταση. Να μιλήσουν για μία οικονομία που θα δημιουργεί ευκαιρίες και όχι μόνο κέρδη για λίγους. Για ένα κράτος αποτελεσματικό και αξιοκρατικό. Για ένα Ε.Σ.Υ. που θα στηρίζει πραγματικά τον πολίτη. Για μία στεγαστική πολιτική που θα επιτρέπει στους νέους να μείνουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους. Για μία ισχυρή δημόσια παιδεία που θα ανοίγει δρόμους. Για μία περιφέρεια ως χώρο ευκαιριών, παραγωγής και ανάπτυξης. Για μία Ελλάδα που θα παράγει, θα επενδύει και θα κοιτάζει με αυτοπεποίθηση το μέλλον έχοντας θέσει εθνικούς στόχους.

Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο πρέπει να κριθεί το ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Και αυτό είναι το πεδίο στο οποίο πρέπει να κριθούν και τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα, μεγάλα ή μικρά, παλαιά ή νεόκοπα.

Δεν είναι δυνατόν η πολιτική ζωή να μετατρέπεται σε διαγωνισμό προσωπικής εξόντωσης. Ούτε μπορούμε να λειτουργούμε με δύο μέτρα και δύο σταθμά, θεωρώντας θεμιτή τη λάσπη όταν στρέφεται εναντίον του πολιτικού μας αντιπάλου (ενίοτε και εσωκομματικού) και απαράδεκτη όταν στρέφεται εναντίον κάποιου που βρίσκεται στο δικό μας πολιτικό χώρο.

Η Δημοκρατία χρειάζεται κανόνες που ισχύουν για όλους, εξ ου και η απάντηση σε κάθε συκοφαντικό δημοσίευμα πρέπει να είναι θεσμική. Προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Η Άννα Διαμαντοπούλου και ο Μανώλης Χριστοδουλάκης απάντησαν. Ξεκαθάρισαν τις θέσεις τους. Από εδώ και πέρα, ας μιλήσουν οι θεσμοί και η Δικαιοσύνη. Και εμείς ας επιστρέψουμε εκεί όπου πραγματικά πρέπει να βρίσκεται η πολιτική αντιπαράθεση:

  1. Στις προτάσεις.

  2. Στα επιχειρήματα.

  3. Στα προβλήματα των πολιτών.

  4. Στο μέλλον της χώρας.

H καλύτερη απάντηση στον κιτρινισμό είναι η πολιτική, διότι εκεί ακριβώς έγκειται η αδυναμία του. Καταφεύγει στη σπίλωση και στη λάσπη, διότι αδυνατεί να αναπτύξει πολιτική επιχειρηματολογία. Και απέναντι σε όσους θέλουν να μετατρέψουν το δημόσιο βίο σε βούρκο προσωπικών επιθέσεων, επειδή εκεί θεωρούν ότι υπερτερούν, υπάρχει μία πολύ πιο πολύ πιο ουσιαστική επιλογή:

Να μην τους ακολουθήσεις στο βούρκο, στον οποίον έχουν συνηθίσει να βρίσκονται. Αλλά να απευθυνθείς στην Κοινωνία και να μιλήσεις για την Ελλάδα που οραματίζεσαι, που διαφέρει ριζικά από τη σημερινή, που θέλεις να χτίσεις.

Αρκετά λοιπόν με τα πρωτοσέλιδα της σπίλωσης.

Ώρα να επιστρέψουμε στην Πολιτική. Στο τέλος τα πάντα εκεί θα κριθούν.