Η Πολιτική Κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου και η επάνοδος του Εγγαστρίμυθου

Βασίλης Καπετανγιάννης 24 Ιουν 2026

Δεν είναι η πρώτη φορά που επισημαίνεται η προσπάθεια του νέου ΕΛΑΣίτη να προσεταιριστεί την εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ μιμούμενος με συμβολικές στάσεις του σώματος, χειρονομίες και έκφραση λόγου τον Ανδρέα Παπανδρέου. Θα επανέλθω επ’ αυτού πιο κάτω.

Η 30ή επέτειος από το θάνατό (23/6/26).του ηγέτη του ιδρυτή και ηγέτη του ΠΑΣΟΚ και Π/Θ της χώρας (23/6/1996) προκάλεσε πλήθος εκδηλώσεων, σχολίων, πολιτικών νεκρολογιών και αποτιμήσεων. Δεν είναι της ώρας να προσθέσω ακόμα μία. Είναι, όμως, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, το γεγονός ότι αποτελεί φαινόμενο πολιτικού ανδρός στην περίοδο της Μεταπολίτευσης. Και πρέπει να τύχουν ερμηνείας τόσο το γεγονός ότι η πολιτική του παρακαταθήκη επηρεάζει ακόμα και σήμερα αλλά εξίσου και το γεγονός του δικού του, ξεχωριστού στυλ πολιτικής επικοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος δημοσιεύματος που του αφιερώνει (Τα ΝΕΑ, 23/6/26) η εξαιρετική Πέπυ Ραγκούση: ένας ροκ σταρ που τον έλεγαν Ανδρέα. Ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία, πολιτικές απόψεις και συναισθηματικές στάσεις ένας διάσημος οικονομολόγος, ένας ταλαντούχος και χαρισματικός, με την Βεμπεριανή έννοια του όρου, πολιτικός ηγέτης που άφησε πολύ ισχυρό αποτύπωμα και στην πολιτική ιστορία της χώρας και στην καρδιά των πολιτών.

Οι ιστορικές αποτιμήσεις της πολιτικής του προσωπικότητας και διαδρομής καθώς και των κυβερνητικών του πεπραγμένων φυσικό είναι να χρωματίζονται από ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις. Κανένα πρόβλημα. Μολονότι έχουν γραφεί αρκετά η πλήρης εικόνα ίσως να μην έχει συμπληρωθεί ακόμα. Η όσο το δυνατόν πληρέστερη και ισόρροπη αποτίμηση χρειάζεται το χρόνο της και τις πηγές της, καθώς και κατάλληλο πολιτικό περιβάλλον, ατμόσφαιρα και κουλτούρα, συνθήκες που ακόμα απουσιάζουν από την ελληνική πολιτική σκηνή. Εδώ είναι Βαλκάνια.

Ωστόσο, το ειδικό βάρος αυτής της κληρονομιάς εκδηλώνεται με έντονο τρόπο και στα σημερινά πολιτικά δρώμενα.

Κατ’ αρχάς το σημερινό ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη και της πλειοψηφίας των Δελφίνων αναγνωρίζει μια και μόνο «συνέχεια» στην ιστορική πολιτική διαδρομή του κόμματος, μια και μόνο «ιστορική στιγμή», αυτήν του ιδρυτή, γεννήτορα, ηγέτη, αρχηγού και κυβερνήτη, του ένα και μοναδικού. Όλη την άλλη κληρονομιά που από άλλες απόψεις είναι εξαιρετικά πιο σημαντική, όπως αυτή του Κώστα Σημίτη ή του Ευ Βενιζέλου, την έχει σβήσει ή προσποιείται ότι την αναγνωρίζει, χωρίς, όμως, να έχει ενσωματώσει στην κομματική πολιτική ιδεολογία, κουλτούρα και πρακτική τα επιτεύγματα και τις αξίες της. Όμως, αυτή η φυσιολογική διεκδίκηση της κληρονομιάς αυτής του Ανδρέα γίνεται τόσο άκριτα και επιλεκτικά, ούτως ώστε αφήνει μεγάλα περιθώρια ιδιοποίησης και παρέμβασης από «εξωγενείς» παράγοντες. Άλλους, απρόσκλητους διεκδικητές.

Πράγματι, ο νεοτσιπρικός αριστερόστροφος λαϊκισμός επανέρχεται δριμύτερος. Αυτό που δεν γίνεται κατανοητό είναι το γεγονός ότι οι αιτίες των μεγάλων μετατοπίσεων και της διάχυσης προς άλλες κατευθύνσεις της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν οι μιμητικές επινίκιες χειρονομίες ενός πρώην Κνίτη στα Προπύλαια το 2015 και τα ουράνια βλέμματα προς τον Πράσινο Ήλιο ούτε κάποια Κάρμινα Μπουράνα. Παραμένει το ερώτημα για τις αιτίες που το μεγαλύτερο μέρος της εκλογικής βάσης του ΠΑΣΟΚ μετακινήθηκε με τόση ευκολία και σε τέτοια έκταση που έφτασε να απειλήσει κάποια στιγμή ακόμα την πολιτική του επιβίωση και αυτόνομη πολιτική παρουσία. Πώς είναι δυνατόν να γίνεται πιστευτό ότι οι ηγέτες ενός ιστορικού κόμματος που ευνόησε, με τον τρόπο που το έκανε και με τις συνέπειες που είχε, τίποτα δεν είναι άνευ συνεπειών, τα «λαϊκά στρώματα» και τους «μη προνομιούχους», είναι Πινοσέτ, «προδότες» και «πουλημένοι»; πώς είναι δυνατόν να καθυβρίζεται η ΕΕ από την οποία ο ίδιος ο Ανδρέας «άρμεξε» δεόντως πακτωλό χρημάτων και για τους αγρότες και για τους μικρομεσαίους, κι ας ήταν ο εκφωνητής του συνθήματος «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Τα κονδύλια του «Συνδικάτου» της ΕΟΚ έρρευσαν άφθονα και μολονότι πολλά σπαταλήθηκαν άσκοπα, αμέριμνα και ανεύθυνα για τις επόμενες γενιές είχαν ισχυρό αποτύπωμα στη χώρα. Μαζί με τις σημαντικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της πρώιμης Ανδρεϊκής εποχής άλλαξαν το πρόσωπο και βελτίωσαν τους θεσμούς μιας οικονομικά αναπτυσσόμενης μεν, αλλά θεσμικά και δομικά φτωχής, καθυστερημένης, απομονωμένης και τριτοκοσμικής χώρας με χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Οι «συμβολικές» ερμηνείες είναι απολύτως ανεπαρκείς. Πολιτικοί αναλυτές και ιστορικοί θα πρέπει να σταθμίσουν συνάμα την επίδραση του Λατινογενούς λαϊκισμού που μετέφερε και εφάρμοσα άνετα στην Ελλάδα ο Ανδρέας διαμορφώνοντας προσδοκίες, συνειδήσεις μια συγκεκριμένη πολιτική κουλτούρα, που κατέληξε στον απεχθή «Αυριανισμό» κι είχε πολλά αθώα θύματα. Αυτή η λαϊκή πολιτική κουλτούρα της βάσης, που τέμνει πολλά κοινωνικά στρώματα κι όχι μόνο τα «λαϊκά», αποτέλεσε την κινούμενη εκλογική μάζα που έφερε στην εξουσία τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, το εφιαλτικό Α’ Εξάμηνο του 2015, τη μετέπειτα άθλια διακυβέρνηση. Είναι αυτή η βάση που πίστεψε ως «αθώα» και «αγνή» στα Μεγάλο Ψέμα, στη μεγάλη Πολιτική Απάτη της κατάργησης των Μνημονίων και της αυτόματης, δια της μαγικής ράβδου, επιστροφής στον «χαμένο Παράδεισο» της Ανδρεϊκής εποχής. Άλλωστε το «ΠΑΣΟΚ ωραία χρόνια», που αναπαράγεται απερίσκεπτα και από στελέχη του ΠΑΣΟΚ», σε μια τέτοια εποχή αναφέρεται.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως ο επανεμφανισθείς «Εγγαστρίμυθος» επιλέγει την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ήτοι μέχρι τις εκλογές στις 2/6/1985. Γι’ αυτόν αυτά ήταν τα «ωραία χρόνια». Πάρτα όλα. Το σημαντικό είναι ότι όχι μόνο ικανό μέρος της λαϊκιστικής βάσης του πάλαι ποτέ κραταιού ΠΑΣΟΚ αλλά κυρίως και ικανό μέρος της περίεργης πολιτικής αυτής ράτσας των όσων αυτοχαρακτηρίζονται ως» κεντροαριστεροί» αναγνώριζαν και αναγνωρίζουν πολιτικά τον εαυτό τους στο πρόσωπο του Τσίπρα, προσωπικά στον ίδιο, ως αρχηγό. Δηλαδή σε ένα πολιτικό πρόσωπο που, εκτός από το γεγονός ότι τους έχει εξαπατήσει και συνεχίζει να τους εξαπατά ασύστολα, συχνά επισκέπτεται τη Λαμία για να εμπνέεται από τον Άρη Βελουχιώτη, τον οποίο κι έχει χαρακτηρίσει ως «ανατριχιαστικά επίκαιρο». Τι είδους «κεντροαριστεροί» είναι όλοι αυτοί, μου διαφεύγει. Βέβαια, προσωπικό, αρχηγικό κόμμα είχε δημιουργήσει ο Ανδρέας. Αφού ο λαός είναι μαζί μας τι τις θέλουμε τις «δομές» και τους «θεσμούς»; Ο πρώτος διδάξας. Επομένως…

Το ΠΑΣΟΚ το 1985ω κέρδισε και πάλι τις εκλογές με 45,82% της ψήφου και 161 έδρες. Σε σχέση με τη σαρωτική νίκη στις 18/10/1981 οι απώλειες ήταν μηδαμινές, μόνο 2,25% μικρότερο ποσοστό ψήφων και 11 λιγότερες έδρες. (Η ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ανέβηκε εντυπωσιακά, στο 40,84%). Ωστόσο, ο γνωρίζων άριστα τα οικονομικά δεδομένα της χώρας και τις επιπτώσεις της οικονομικής του πολιτικής κατά την πρώτη 4ετία Ανδρέας, που κέρδισε τις εκλογές με το σύνθημα «Για ακόμα καλύτερες μέρες», έσπευσε αμέσως να αναθέσει στον Κώστα Σημίτη το οικονομικό πηδάλιο, για να επιβάλλει λιτότητα και να επαναφέρει την ισορροπία. Να βγάλει δηλαδή τα κάστανα από τη φωτιά. Και το έκανε με θάρρος και επιτυχία. Ήταν τότε που ο Γιάννης Σπράος επισήμανε τα σοβαρά δομικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας κι έριχνε τις πρώτες προειδοποιητικές βολές για τη βραδυφλεγή βόμβα του Ασφαλιστικού. Θα έσκαγε αργότερα, στα χέρια άλλων. Ψιλά γράμματα. Μετ’ ου πολύ, αφού καρατόμησε τον Σημίτη, ο Ανδρέας λανσάρισε το 1989 το γνωστό σύνθημα «Τσοβόλα Δώστα ΟΛΑ» εν όψει των εκλογών στις 18 Ιουνίου. Ωστόσο, ούτε οι παροχές ούτε το εφευρετικό εκλογικό σύστημα της Απλής Αναλογική (ο Νόμος 1847/89 του Κουτσόγιωργα) κατάφεραν να διασώσουν το ΠΑΣΟΚ (39.13% και 125 έδρες). Απλώς, εμπόδισαν τη ΝΔ (44,28% και 145 έδρες) να σχηματίσει κυβέρνηση ρίχνοντας τη χώρα, στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και σε παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας.

Εν κατακλείδι, η περίφημη «κληρονομιά» του Ανδρέα, αποτελείται από πολλά στοιχεία. Αναπόφευκτες οι επιλογές, η επιλεκτικότητα. Ο πειρασμός της νοσταλγίας είναι εξ ορισμού επιλεκτικός. Ο ίδιος απεχθανόταν την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία εναντίον της οποίας αρθρογραφούσε με πάθος, ακολουθώντας δήθεν κάποιον «τρίτο δρόμο». Απεχθανόταν επίσης και την Ανανεωτική Αριστερά κι οποιαδήποτε άλλη άποψη ασκούσε κριτική στον αχαλίνωτο λαϊκισμό του και την άνευ λογοδοσίας αρχηγία του. Τροφοδοτούσε απερίσκεπτα τον αντιδυτικισμό και αντιαμερικανισμό στη χώρα, καλλιεργούσε τη ρωσοφιλία και τον φιλοαραβισμό, ρητορικά αντικαπιταλιστής και θαυμαστής του τριτοκοσμικού «σοσιαλισμού». Το Monthly Review αντικατόπτριζε τις απόψεις του.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η εξωτερική του πολιτική και η οικονομική του πολιτική και διαχείριση θα μπορούσαν να αποτελέσουν σήμερα πηγή έμπνευσης για ανάλογες πολιτικές; Φρονώ πως όχι. Αλλά η μνήμη, ο μύθος, ο θρύλος πολιτικά και εκλογικά μετράνε ακόμα. Θα καταφέρει ο Εγγαστρίμυθος να προσεταιριστεί τους εκλογείς εκείνους που παραμένουν αθεράπευτα θαυμαστές του στυλ και των πολιτικών του Ανδρέα και ποια πρέπει να είναι η αντίδραση ενός σοβαρού, θεσμικού και συστημικού κόμματος εξουσίας που προσποιείται ότι είναι το ΠΑΣΟΚ; Να έχουν σχέση όλα αυτά με το γεγονό ότι ο νέος Σωτήρας της «Κεντροαριστεράς» με Ανδρεϊκό μανδύα κατέλαβε εύκολα τη δεύτερη θέση στις δημοσκοπήσεις ενώ το ΠΑΣΟΚ κατρακύλησε στην τρίτη; Βρίσκεται η λύση του ΠΑΣΟΚ στο γήπεδο του δήθεν Ανδρεϊκού Τσίπρα ή σε άλλο;

Τελικά, όποια γνώμη κι αν έχει διαμορφώσει η ιστορία για τον Ανδρέα Παπανδρέου το ισχυρό του πολιτικό αποτύπωμα στη Μεταπολίτευση αλλά και πριν του πολιτικού αυτού ανδρός, εύκολα θα του επιφυλάξει μια περίοπτη θέση ανεξάρτητα από τη στάθμιση και ισορροπία των θετικών και αρνητικών του επιδόσεων.

Η ζυγαριά της ιστορίας δεν είναι πάντα δίκαιη. Η ορθή κρίση της δεν είναι ούτε μονοδιάστατη ούτε μονοπρόσωπη ούτε οριστική. Βρίσκεται υπό διαρκή αναθεώρηση.